ΥΓΕΙΑ-ΓΥΝΑΙΚΑ

Προχωρημένη λαπαροσκοπική χειρουργική στη Γυναικολογία

Ο καρκίνος του ενδομητρίου είναι ο συχνότερος γυναικολογικός καρκίνος. Υπολογίζεται  ότι 320.000 γυναίκες ετησίως διαγιγνώσκονται, παγκοσμίως, με καρκίνο του ενδομητρίου.

Γεώργιος Α. Πάντος, Μαιευτήρας - Γυναικολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Μαιευτικής-Γυναικολογίας Α.Π.Θ., Διευθυντής Κέντρου Γυναικολογικής Ενδοσκοπικής Χειρουργικής του Ιατρικού Διαβαλκανικού Θεσσαλονίκης.

Είναι νόσος κυρίως της εμμηνοπαυσιακής ηλικίας. Στο 75% των περιπτώσεων, ο καρκίνος διαγιγνώσκεται στο στάδιο Ι, ενώ η συνολική 5ετής επιβίωση το 2001 ήταν 76,5%. Προδιαθεσικοί παράγοντες θεωρούνται η ενδογενής (πρόωρη εμμηναρχή, καθυστερημένη εμμηνόπαυση, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών) ή εξωγενής αύξηση του επιπέδου οιστρογόνων (χορήγηση οιστρογόνων), η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης και η αρτηριακή υπέρταση. Αντίθετα, η χορήγηση αντισυλληπτικού δισκίου θεωρείται ότι μειώνει το σχετικό κίνδυνο.

Έχουν περιγραφεί δύο μοντέλα καρκινογένεσης στο ενδομήτριο:

Στον τύπο  Ι περιλαμβάνονται  αδενοκαρκινώματα, συνήθως καλής πρόγνωσης, τα οποία  είναι ορμονοεξαρτώμενα και παρουσιάζονται σε παχύσαρκες γυναίκες.
Στον τύπο ΙΙ περιλαμβάνονται συνήθως πιο επιθετικοί όγκοι που  αναπτύσσονται σε αδύνατες συνήθως γυναίκες.

Το κύριο σύμπτωμα του καρκίνου του ενδομητρίου είναι η παθολογική αιμορραγία από  τη μήτρα, με τη μορφή μηνομητρορραγιών ή σταγονοειδούς αιμόρροιας. Η  διάγνωση τίθεται μόνο ιστολογικά  σε τμήματα βιοψιών που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια διαγνωστικής  απόξεσης ή υστεροσκόπησης. Η υπερηχογραφική εκτίμηση του ενδομητρίου, ιδιαίτερα σε  μετεμμηνοπαυσιακές  γυναίκες  θέτει την υποψία κακοήθειας όταν αυτό είναι πεπαχυμένο (άνω των 5 mm). Η μαγνητική τομογραφία αποτελεί την επόμενη εξέταση επιλογής για καθορισμό του εύρους και του πάχους διήθησης του ενδομητρίου και των πέριξ οργάνων.

Βάση  της  θεραπευτικής  αντιμετώπισης  του καρκίνου  του  ενδομητρίου  αποτελεί,  όπου  αυτό είναι δυνατόν, η ολική υστερεκτομή με αμφοτρόπλευρη εξαρτηματεκτομή. Η  ακτινοθεραπεία χρησιμοποιείται επικουρικά ή προφυλακτικά, η δε χημειοθεραπεία  χρησιμοποιείται  στην  προχωρημένη  νόσο ή σε περιπτώσεις  υποτροπών. Η εξαίρεση των πυελικών και παραορτικών λεμφαδένων προτάθηκε  με  σκοπό  την  ακριβέστερη αναγνώριση της επέκτασης της νόσου, δεδομένου ότι στο στάδιο Ια με καλής διαφοροποίησης όγκους, η πιθανότητα λεμφαδενικής μετάστασης είναι μικρότερη του 1%, στο στάδιο Ιβ αυξάνεται σε 5%, ενώ σε περιπτώσεις σταδίου ΙΙΙ η πιθανότητα λεμφαδενικών μεταστάσεων αυξάνεται σε 31-52%.

Η λαπαροσκοπική χειρουργική θεωρείται το σημαντικότερο επίτευγμα στον τομέα της χειρουργικής κατά τον 20ο αιώνα, δεδομένου ότι συνοδεύεται από αναντίρρητα πλεονεκτήματα σε σχέση με τη λαπαροτομία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο μικρός χρόνος νοσηλείας σε σχέση με τη λαπαροτομία, ο λιγότερος μετεγχειρητικός πόνος, η ταχεία ανάρρωση και επανένταξη στις προηγούμενες δραστηριότητες, το χαμηλό ποσοστό δημιουργίας μετεγχειρητικών συμφύσεων, το μικρότερο κόστος και τα άριστα κοσμητικά αποτελέσματα.

Πρόσφατα, η λαπαροσκοπική προσέγγιση προτάθηκε ως μία εναλλακτική χειρουργική λύση σε περιπτώσεις αρχόμενου καρκίνου του ενδομητρίου, ενώ σήμερα θεωρείται η χειρουργική προσέγγιση επιλογής (gold standard) ακριβώς λόγω των πλεονεκτημάτων που προσφέρει, αλλά και για το γεγονός ότι το χειρουργικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό, ο αριθμός των λεμφαδένων που αφαιρούνται συγκρίσιμος με εκείνο σε λαπαροτομία, ενώ η ταχεία ανάρρωση της ασθενούς έχει σημαντική βαρύτητα δεδομένου ότι η ασθενής είναι δυνατόν να αρχίσει συμπληρωματική ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία άμεσα, η δε συνολική επιβάρυνση από την επέμβαση είναι σημαντικά μικρότερη σε σχέση με τη λαπαροτομία.

Οι  χειρουργικοί  χρόνοι της λαπαροσκοπικής ολικής υστερεκτομής με συστηματικό πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό είναι οι εξής:

•  Εντοπισμός του  στρογγύλου συνδέσμου και διαχωρισμός στο επίπεδο του ομφαλικού συνδέσμου
•  Διάνοιξη του πλαγίου πυελικού χώρου
•  Εντόπιση του ουρητήρα
•  Αποκάλυψη των δομών του πλάγιου πυελικού χώρου
•  Αφαίρεση των λεμφαδένων έξω λαγονίου
•  Το θυροειδές νεύρο παρασκευάζεται κεφαλικά
•  Τα ωοθηκικά αγγεία απολινώνονται και το περιτόναιο διανοίγεται έως τους ιερομητρικούς συνδέσμους
•  Διάνοιξη του περιτοναίου άνωθεν της ουροδόχου
•  Η υστερεκτομή περατώνεται κολπικά

Συμπεράσματα:

Η λαπαροσκοπική προσέγγιση σε περιπτώσεις αρχόμενου καρκίνου του ενδομητρίου αποτελεί μία ασφαλή και αποτελεσματική χειρουργική μέθοδο σε σχέση με τη λαπαροτομία, συνοδεύεται από χαμηλό ποσοστό επιπλοκών, προϋποθέτει όμως αξιόλογη ενδοσκοπική εμπειρία και εκπαίδευση, ενώ περιοριστικός παράγοντας είναι ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος της ασθενούς.

Όμιλος Ιατρικού Αθηνών
Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ