ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Την Κυριακή στις 10 το πρωί αλλάζει ο κόσμος

Γιώργος Δομιανός

Μια ευθεία γραμμή αίματος που ξεκινούσε από την κορυφή του κεφαλιού διέσχιζε όλο το μήκος του προσώπου, έφτανε στο πιγούνι και χρωμάτιζε απόκοσμα την άκρη του μουσιού του. «Είναι αληθινό το αίμα στο κεφάλι του, μπαμπά;» «Ναι, αληθινό είναι», μου απαντούσες. Κρατούσες ένα πλαστικό διάφανο ποτήρι γεμάτο ζεστό καφέ, ήμασταν δίπλα στο δημαρχείο στην Αθηνάς, ήταν νωρίς το μεσημέρι, έκανε κρύο, ήταν Κυριακή. Γκαπ, γκαπ. Ένας κύριος από το κοινό με μια βαριοπούλα έδινε απανωτά κτυπήματα σε ένα τεράστιο κομμάτι μαρμάρου που ήταν πάνω στο κεφάλι του Σαμψών. Γκαπ, γκαπ. Η γραμμή του αίματος ολοένα και πάχαινε κι εγώ αγωνιούσα. Κάποια στιγμή το μάρμαρο δεν άντεχε άλλο. Μια μικρή ρωγμή πρώτα και μετά γινόταν δύο κομμάτια και έπεφτε καταγής. Μου έσφιγγες το χέρι και μου έδειχνες με το κεφάλι πως εντάξει, φτάνει, πάμε να φύγουμε. Και πηγαίναμε στο Μοναστηράκι και με άρπαζες, με σήκωνες και καθόμουν στους ώμους σου, και ήμουν πρίγκιπας που κοιτά τον κόσμο από ψηλά, και ήμουν και μάρμαρο που νιώθει τα γκαπ, γκαπ κάθε λεπτό που αργούσες το πρωί της Κυριακής να έρθεις να με πάρεις από το σπίτι. Αλλά δεν έσπαγα ούτε εσύ μάτωνες, γιατί κατά τις δέκα ερχόσουν και έμενε μονάχα η ευθεία γραμμή αίματος του μασίστα Σαμψών να διαχωρίζει την παιδικότητα με το ενήλικο εγώ μου, μέχρι σήμερα. Ευθεία και η λευκή γραμμή κάτω από τα δοκάρια, που σαν την περάσει η μπάλα οι μισοί γίνονται ένα κουβάρι και οι άλλοι μισοί περπατάνε σκυφτοί προς τη σέντρα. Κρύα Κυριακή, παγωμένη όταν με πρωτοπήγες γήπεδο, και μάλιστα «Καραϊσκάκη», εκτός έδρας, με ένα ασπροπράσινο κασκόλ στον λαιμό να σε ρωτάω «γιατί δεν τρέχουν πιο γρήγορα οι παίκτες;», «θα ζεσταθούν και θα τρέξουν», μου έλεγες και ξαφνικά μέσα σε αυτό το σλόου μόσιον πεταγόταν δέκα μέτρα πιο ψηλά από όλους ο Όσκαρ Αλβαρέζ και με μια κεφαλιά ξετίναζε τα δίχτυα του Εθνικού και ύστερα έτρεχε ανεμίζοντας τα μακριά μαλλιά του προς την κερκίδα μας και με σήκωνες ψηλά, να βλέπω καλύτερα τον ημίθεο Αργεντίνο με το λασπωμένο σορτσάκι, που χανόταν σε μια τεράστια πράσινη αγκαλιά ποδοσφαιριστών. Και το γραφείο σου στα Εξάρχεια, η γωνία της Σουλίου και Ζαλόγγου που συνωμοτικά τις Κυριακές τις λόγιζε για καθημερινές και ήταν όλοι οι γείτονές σου εκεί, εκδότες, καλλιτεχνικοί βιβλιοδέτες, χαρτέμποροι, σαν συμμορία παράνομη με σκοπό έναν αγώνα τάβλι, και ένιωθα σπουδαία που έκανα για την παρέα σου εγώ τους καφέδες και άκουγα τις φωνές τους και μάθαινα λέξεις παράξενες, «ντόρτια», «ασσόδυο» και παρακαλούσα να μην τελειώσει η Κυριακή. Και τότε που είχα έρθει να σε δω στο «Γεννηματά», έξι μήνες σε κώμα ήσουν, δεν είχες συνείδηση μετά από τόσο βαρύ εγκεφαλικό έλεγε ο γιατρός, να μην ανησυχώ πως νιώθεις κάτι, αλλά εκείνη την Κυριακή καθόμουν δίπλα σου και άνοιξες απότομα τα μάτια, αντανακλαστικό, μου είπαν μετά, αλλά εγώ έσκυψα και είδα μέσα στα ματάκια σου εσένα να φέρνεις εξάρες γελώντας, είδα τον Σαμψών να σπάει τις αλυσίδες και τον Όσκαρ Αλβαρέζ να σου αφιερώνει ένα γκολ πανηγυρίζοντας.

Θα υπάρχουν πάντα, βλέπεις, μερικοί άνθρωποι που όταν κοιτάν το ημερολόγιο, διαβάζουν: Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, μπαμπάς. ■

 

* Ο Γιώργος Δομιανός αρθρογραφεί σε περιοδικά και ιστοσελίδες. Το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο «Πάσα Ανάσα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υποκείμενο.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ