ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι Γερμανοί θα βρουν τη λύση, εκτιμούν οι αγορές

JACK EWING / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γερμανία

Την τελευταία δεκαετία η Ευρώπη ξεπέρασε την κατάρρευση κρατικών ομολόγων, τη χρεοκοπία τραπεζών, την άνοδο δεξιών λαϊκιστών και την απόφαση της Βρετανίας να εγκαταλείψει την Ενωση. Οπότε, όταν την περασμένη εβδομάδα οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο οι συνομιλίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού στη Γερμανία, εγείροντας ερωτήματα για το πολιτικό μέλλον της καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ, η επιχειρηματική ελίτ της Ευρώπης δεν πανικοβλήθηκε. Την εβδομάδα που ακολούθησε, το χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης υποχώρησε ελάχιστα, ενώ το ευρώ ενισχύθηκε έναντι του δολαρίου. Η ακμάζουσα ευρωπαϊκή οικονομία φαίνεται πως διαθέτει, προς το παρόν, την ικανότητα να απορροφήσει οτιδήποτε και αν κάνουν οι πολιτικοί της.

Το πολιτικό αδιέξοδο στο Βερολίνο μπορεί να είναι ανησυχητικό για τα γερμανικά δεδομένα, ωστόσο δεν έχει πλήξει την πίστη των επενδυτών ότι οι Γερμανοί θα βρουν τη λύση. Ωστόσο υπάρχει η ανησυχία ότι η επικρατούσα ηρεμία είναι παραπλανητική. Η Γερμανία δεν αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα που να απαιτούν τη λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων. Αντιμετωπίζει μακροπρόθεσμες προκλήσεις, όπως η γήρανση του εργατικού δυναμικού, η εμφάνιση της Κίνας ως ανταγωνίστριας δύναμης στη βιομηχανία και η ανάγκη να επενδύσει σε ψηφιακά δίκτυα και στο ηλεκτρικό δίκτυο για να παραμείνει ανταγωνιστική. Η επιρροή της Γερμανίας σε σημαντικά ευρωπαϊκά ζητήματα ενδεχομένως να περιοριστεί αν η κ. Μέρκελ είναι επικεφαλής ενός αδύναμου κυβερνητικού συνασπισμού.

Οι οικονομικές προοπτικές της Γερμανίας και της Ευρώπης είναι σήμερα καλύτερες απ’ ό,τι ήταν οποιαδήποτε στιγμή τα περασμένα δέκα χρόνια, γεγονός που υποβαθμίζει τη σημασία της πολιτικής αναταραχής στο Βερολίνο. Στον κατάλογο των θεμάτων που κρατούν σε εγρήγορση τους επικεφαλής εταιρειών, το αδιέξοδο στο Βερολίνο βρίσκεται κάτω από άλλα ζητήματα, όπως η Βόρεια Κορέα, ο αμερικανικός προστατευτισμός, η Τουρκία, λένε επιχειρηματίες και αναλυτές. Ομως στα 12 χρόνια της θητείας της, η κ. Μέρκελ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις μεταρρυθμίσεις που είχε κάνει στην αγορά εργασίας και στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας ο Σοσιαλδημοκράτης προκάτοχός της Γκέρχαρντ Σρέντερ. Προκειμένου να υπερασπιστεί την ανταγωνιστικότητά της μακροπρόθεσμα, η Γερμανία θα πρέπει να επενδύσει στις υποδομές και στο εργατικό της δυναμικό. Με την ανεργία να βρίσκεται στο 3,6%, η χώρα θα αντιμετωπίσει έλλειψη εργατικού δυναμικού, εκτός και αν ενσωματώσει μετανάστες στο εργατικό δυναμικό, πράγμα που απαιτεί περισσότερες επενδύσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα και στο σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Οι εταιρείες ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν στις Βρυξέλλες τα επόμενα χρόνια, όπως η κοινή αμυντική πολιτική και η επιλογή του διαδόχου του Μάριο Ντράγκι στην ΕΚΤ. Οι δύο πυλώνες της γερμανικής βιομηχανίας, η κατασκευή εργαλείων ακριβείας και τα αυτοκίνητα, βρίσκονται αντιμέτωποι με δίχως προηγούμενο τεχνολογικές αλλαγές και νέους ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Σίλικον Βάλεϊ. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα πρέπει να απαντήσουν, για παράδειγμα κατασκευάζοντας δίκτυα φόρτισης που θα ενισχύσουν τη βιομηχανία ηλεκτρικών αυτοκινήτων. «Βρίσκεται σε εξέλιξη μια έντονη διαδικασία προσαρμογής για την οποία απαιτείται βοήθεια από την κυβέρνηση. Τι θα παράγουμε στο μέλλον και για ποιες αγορές; Ποιες δεξιότητες χρειαζόμαστε για να είμαστε ανταγωνιστικοί;», λέει ο Ραλφ Βίχερς, επικεφαλής οικονομολόγος της ένωσης γερμανικών μηχανολογικών εταιρειών (VDMA). Σε γενικές γραμμές, η Μέρκελ «δεν έχει κάνει κάτι κατά των επιχειρήσεων, από την άλλη πλευρά δεν έχει κάνει και πολλά υπέρ των επιχειρήσεων», λέει ο κ. Βίχερς. Παρά τα ανάμεικτα συναισθήματα που τρέφουν οι επιχειρηματίες για τη Μέρκελ, η αποχώρησή της, εν μέσω πολιτικής αναταραχής, ενδεχομένως να έπληττε την εμπιστοσύνη τους στη γερμανική οικονομία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ