ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Ενας τέταρτος πυλώνας για την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ενωση;

ΕΛΕΝΗ ΛΟΥΡΗ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης (2011-13) έγινε σαφές ότι με ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και καταθέσεων η απώλεια εμπιστοσύνης των καταθετών και των επενδυτών, που αντιμετώπιζαν κάποιες τράπεζες, γρήγορα εξελίχθηκε σε κρίση ρευστότητας. Οταν αυτή εξελίχθηκε σε κρίση φερεγγυότητας ακολούθησαν αναγκαστικές ανακεφαλαιοποιήσεις. Και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό, εξυγιάνσεις τραπεζών με απορρόφηση του καλού τμήματος από συστημικές τράπεζες. Οι τράπεζες που επέζησαν δέχονταν τρεις βασικές οδηγίες από τους επόπτες τους: να αυξήσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια, να περιορίσουν τις μη βασικές δραστηριότητές τους και να προχωρήσουν σε απομόχλευση. Το αποτέλεσμα αυτής της προσαρμογής ήταν μικρότερη (συχνά αρνητική) πιστωτική επέκταση, δηλαδή λιγότερα δάνεια για επενδύσεις και επομένως χαμηλότερη ανάπτυξη για την Ευρωζώνη. Εγινε έτσι φανερό ότι για να επανέλθει η εμπιστοσύνη στις τράπεζες, ώστε να μπορέσουν να αναλάβουν ξανά τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο στην οικονομία, μια νέα αρχιτεκτονική έπρεπε να σχεδιαστεί για να αντιμετωπίσει τα θεσμικά κενά του κλάδου.

Η νέα αρχιτεκτονική πρότεινε την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ενωση (ΕΤΕ) που σχεδιάστηκε με στόχο την αποτελεσματική λειτουργία του κλάδου στις νέες συνθήκες. Η ΕΤΕ στηρίχθηκε αρχικά σε δύο πυλώνες-μηχανισμούς: τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό των πιο σημαντικών τραπεζών της Ευρωζώνης (2014) και τον ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης (2015). Παρ’ όλη την πρόοδο δύο βασικά προβλήματα παρέμεναν: η ενιαία εγγύηση των καταθέσεων και η αποτελεσματική αντιμετώπιση του τεράστιου προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ). Ο τρίτος πυλώνας για την ενιαία εγγύηση των καταθέσεων αποτελεί ουσιαστικό βήμα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταθετών και παρ’ όλες τις αντιστάσεις η υιοθέτησή του θεωρείται θέμα (ικανού) χρόνου.

Το πρόβλημα των ΜΕΔ όμως δεν συζητείται ακόμα με κοινή αντίληψη. Εχει βρεθεί ότι η αύξηση του ποσοστού τους οφείλεται περισσότερο στην έλλειψη ανάπτυξης μιας οικονομίας, στην αύξηση της ανεργίας, στη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος (συχνά λόγω φόρων), στην αύξηση των επιτοκίων και λιγότερο στην κακή τραπεζική διοίκηση που έδινε δάνεια με μεγάλη πιθανότητα αθέτησης.

Επομένως, το τεράστιο στοκ των ΜΕΔ που έχει συσσωρευτεί στην Ευρωζώνη (περίπου 1 τρισ. ευρώ το 2016, δηλαδή πάνω από 6 φορές τα ετήσια κέρδη του κλάδου) δεν μπορεί να εξαφανιστεί ούτε γρήγορα ούτε εύκολα, εφόσον οι περισσότερες από τις αρνητικές μακροοικονομικές συνθήκες εξακολουθούν να ισχύουν. Αφορά δε, κυρίως χώρες της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Σλοβενία και η Ιρλανδία, όπου ο δείκτης ΜΕΔ ξεπερνάει το 20% έναντι 2% (μέσοι όροι) στις χώρες του πυρήνα.

Η ενιαία εποπτεία θέτει φιλόδοξους στόχους, τους οποίους οι τράπεζες με τα προβληματικά χαρτοφυλάκια προσπαθούν να επιτύχουν με διαγραφές, επιτάχυνση των διαδικασιών, πωλήσεις σε πολύ χαμηλές τιμές και σχέδια αναδιάρθρωσης. Ενας κίνδυνος είναι να δημιουργηθούν μη διαχειρίσιμες απαιτήσεις σε νέα κεφάλαια που θα επιδεινώσουν τον φαύλο κύκλο της απομόχλευσης.

Ο λόγος που οι τράπεζες δεν μπορούν να προβούν σε σημαντικές πωλήσεις των προβληματικών χαρτοφυλακίων τους είναι ότι δεν υπάρχει οργανωμένη αγορά για αυτά. Η ασυμμετρία πληροφόρησης σχετικά με την ποιότητα των στοιχείων αλλά και η νομική αβεβαιότητα αξιοποίησής τους δεν αφήνουν να υπάρξει μια κοινά αποδεκτή τιμή μεταφοράς. Η διαφορά μεταξύ τιμής μεταφοράς και καθαρής αξίας των στοιχείων αυτών στα τραπεζικά βιβλία είναι η ζημιά που θα επωμισθεί η τράπεζα αν προχωρήσει στη συναλλαγή.

Ο τέταρτος πυλώνας, που συζητείται ακαδημαϊκά μόνον ακόμα, αλλά θα βοηθούσε καθοριστικά την επανεκκίνηση του κλάδου στις χώρες που έχουν θιγεί περισσότερο από την κρίση, είναι μια Ευρωπαϊκή Εταιρεία Διαχείρισης Στοιχείων Ενεργητικού γύρω από την οποία θα μπορούσε να οργανωθεί η αγορά που λείπει. Η εμπειρία της σουηδικής και της ασιατικής κρίσης κατέδειξε τη χρησιμότητα ενός τέτοιου «διαμεσολαβητή». Επίσης, στις δύο χώρες της Ευρωζώνης (Ισπανία και Ιρλανδία) που χρησιμοποιήθηκε, ήδη τα πλεονεκτήματα είναι ορατά. Ενας τέτοιος ευρωπαϊκός οργανισμός θα μπορούσε να χρηματοδοτείται από αντίστοιχους εθνικούς με ειδικές προϋποθέσεις και σεβασμό στους κανόνες κρατικής βοήθειας. Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή έχει ήδη καταθέσει προτάσεις και ανεξάρτητοι ερευνητές προτείνουν ενδιαφέροντα σχήματα για τη μορφή του. Μένει να πεισθούν οι αρχιτέκτονες της ΕΤΕ για τα σταθεροποιητικά και αναπτυξιακά αποτελέσματα που ένας τέταρτος πυλώνας θα μπορούσε να προσφέρει.

* Η κ. Ελένη Λουρή είναι καθηγήτρια του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ