Χρήστος Γιανναράς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Δημογραφικό, συν μετανάστευση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: EΠIΦYΛΛIΔA

Γ​​νωστή η φράση της ανορθόδοξης αισιοδοξίας του Μακρυγιάννη. Την αλίευσε και την ανέδειξε πρώτος ο Σεφέρης, στην ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στην Αλεξάνδρεια (16.5.1943):

«Η τύχη μάς έχει τους Ελληνες πάντοτε ολίγους. Οτι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ώς τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε, και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά».

Πριν από λίγες μέρες, σε τηλεοπτικό «κανάλι» έδινε συνέντευξη ένας Ελληνας ευρωβουλευτής, ανεξάρτητος, ο Κώστας Χρυσόγονος. Είπε, κάποια στιγμή, με τόνο φωνής ήρεμο, ανεπιτήδευτο: «Κατατριβόμαστε με ασήμαντα θέματα (οι πολιτικοί), ενώ είναι αδυσώπητο, σε σαράντα μόλις χρόνια από τώρα, αν παραμείνουν στους ίδιους ρυθμούς οι εξελίξεις στο δημογραφικό και στη μετανάστευση των ντόπιων, να μην υπάρχει ούτε ίχνος Ελλήνων μέσα στα σημερινά όρια του ελλαδικού κράτους».

Για να βρούμε μιαν άκρη στις προβλέψεις, άκρη ανυπότακτη στη μικρόνοια της «αισιοδοξίας» ή της «απαισιοδοξίας», πρέπει να διερευνήσουμε και διασαφηνίσουμε τα πραγματικά δεδομένα: Οταν ο Μακρυγιάννης έλεγε «εμείς οι Ελληνες» που «η τύχη μάς έχει πάντοτε ολίγους», προϋπέθετε μιαν ελληνικότητα διαφορετική από αυτήν που πιστοποιούσε ο Σεφέρης γύρω του το 1943 (γι’ αυτό και τον εξέπληττε ο Μακρυγιάννης). Διαφορετική και από την ελληνικότητα που πιστοποιεί σήμερα ο Χρυσόγονος γύρω του, με τη ρεαλιστικότατη πρόβλεψη («και πολλοί προβλέπουν») ότι θα έχει εξαφανιστεί σε σαράντα το πολύ χρόνια.

Η ελληνικότητα για την οποία μιλούσε ο Μακρυγιάννης δεν είχε σχέση με την κρατική υπηκοότητα ούτε με την πιστοποίηση της ιθαγένειας των γονέων ούτε με «πολιτικά δικαιώματα» που προσπορίζει το ανήκειν σε μια «νόμω» οργανωμένη πολιτεία. Σήμερα η υπηκοότητα είναι μια τυπική ιδιότητα, μπορούμε να την αποδείξουμε επιδείχνοντας έναν Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας ή Διαβατηρίου ή ΑΜΚΑ ή άδειας οδήγησης αυτοκινήτου. Μας χωρίζουν από τον Μακρυγιάννη (την εκδημία του, το 1864) μόλις 153 χρόνια, αλλά και χάσμα μέγα στη νοο-τροπία, στην αντίληψη και αίσθηση «πατρίδας», στην εκτίμηση του ρόλου της Ιστορίας.

Μοιάζει παράτολμο με τις σημερινές προσλαμβάνουσες, όμως όχι παράλογο, να διερωτηθούμε μήπως η Τουρκοκρατία είχε διασώσει την τελευταία ρεαλιστική (με πραγματικό αντίκρισμα ζωής και ιστορική σάρκα) έκφανση της ελληνικότητας. Μιας ελληνικότητας που δεν ήταν υπηκοότητα, δεν την προστάτευε κανένα νομικό σχήμα συλλογικής σύμβασης (κοινωνικό συμβόλαιο-σύνταγμα), ήταν ακόμα εντελώς αμόλυντη από τον ψυχολογισμό της ιδεολογίας, τη λοιμική που αλλοτριώνει τον πατριωτισμό σε «εθνικισμό».

Οταν ο Μακρυγιάννης έλεγε «εμείς οι Ελληνες», αναφερόταν αυτονόητα, χωρίς την παραμικρή ιδεολογική επεξεργασία, σε όσους είχαν γλώσσα την ελληνική, έστω και «απελέκητη», συνείδηση ιστορική που τους έδενε οργανικά τόσο με την Πόλη, την Αγια-Σοφιά και την αυτοκρατορία όσο και με «τους παλαιούς Ελληνες» που ήσαν «οι γυναίγοι όλης της ανθρωπότης, ο Λυκούργος, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Λεωνίδας, ο Θρασύβουλος, ο Δημοσθένης».

Το σπουδαιότερο: Ο Ελληνας για τον Μακρυγιάννη ξεχώριζε έμπρακτα, όχι με «πεποιθήσεις» και ιδεολογικές «αρχές», από τον αλλόδοξο Τούρκο και τον ετερόδοξο Φράγκο – τον διαφοροποιούσε και από τους δυο η καθημερινή πράξη: Στη λέξη κατέφυγε και ο Μαρξ (praxis) για να ξεχωρίσει τις αφηρημένες ιδέες από το ένσαρκο στην καθημερινότητα βίωμα. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια ακόμα, αν έβλεπε ο Ελληνας συμπατριώτη του να τρώει κρέας την Παρασκευή, απορούσε: «Μα, Τούρκος είσαι;». Η πράξη της νηστείας, το αναμμένο καντήλι, ο εκκλησιασμός σαν αυτονόητη Γιορτή, ο αγιασμός, το ζύμωμα του πρόσφορου, το σταυροκόπημα, συγκροτούσαν το αυτονόητο, συγκεκριμένο αντίκρισμα της φράσης «εμείς οι Ελληνες».

Η «πράξη» δεν μπορεί να διασωθεί τεχνητά, με προπαγάνδες και συναισθηματικές ηθικολογίες, η Ιστορία δεν γυρίζει πίσω. Ελληνισμός πολιτικός πια δεν υπάρχει, η Ελλάδα είναι ένα κράτος μεταπρατικό, θεμελιωμένο στη μίμηση και στην ξιπασιά, κράτος που επίμονα και μεθοδικά καταστρέφει τη γλώσσα στα σχολεία και στα κανάλια, ακυρώνει με χίλια δυο μηχανεύματα τη συνέχεια του Ελληνισμού, αλλοτριώνει την ένσαρκη στον λαϊκό πολιτισμό μεταφυσική σε ιδεολόγημα «επικρατούσας θρησκείας», εξοντώνει πεισματικά το κύτταρο της ελληνικής συνέχειας: τη μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα.

Μια ελάχιστη μακρυγιαννική «μαγιά» ίσως σώζεται ακόμα διακριτικά, αλλά «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως»: Δεν είναι δυνατό να εκφραστεί από κόμμα, μεταστοιχειώνεται αμέσως σε φαιδρή παρωδία του τύπου των εγχειρημάτων Καρατζαφέρη, Ψαρουδάκη, Αδ. Γεωργιάδη. Η λέξη «κόμμα» σημαίνει καταγωγικά κομμάτι, μεράδι, προϊόν τεμαχισμού, κατάτμησης, δεν συμβιβάζεται με την καθολικότητα του ελληνικού «τρόπου».

Σε πρόσωπα, ναι, μπορεί να σώζεται η «μαγιά». Τα εξωτερικά σημάδια είναι τρία, ενδείξεις βιωμένων στόχων, όχι ιδεολογικών «πεποιθήσεων»: Να λειτουργεί ζωντανή η γλωσσική συνέχεια στον εκφραστικό της ιλιγγιώδη πλούτο, στη συντακτική λογική της αρτιότητα, στην ακεραιότητα της γραφής της. Να σώζεται η βιωματική ενάργεια της ιστορικής συνείδησης και της διαχρονικής ενοείδειας του Ελληνισμού. Να είναι συνταγματικά θεσμοθετημένη η μικρή, αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, ζωντανή συνέχεια της «πόλεως» και της «εκκλησίας» των Ελλήνων.

Τέτοιοι στόχοι γεννώνται ως προσωπική ανάγκη, δεν υπακούνε στη λογική του ιδεολογήματος. Οπως συμβαίνει με κάθε κοινωνική δυναμική που αλλάζει την Ιστορία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ