Ground Euro

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Αν κοιτάξουμε το κατά κεφαλήν εισόδημα [της Ελλάδας] είναι γύρω στα $18.000, ενώ στη Δυτική Θράκη το ποσό είναι γύρω στα $2.200», Πρόεδρος Ερντογάν, στο Προεδρικό Μέγαρο της Αθήνας

Με την μιζέρια που ζούμε εθνικά εδώ και χρόνια, τείνουμε να ξεχνάμε ένα βασικό γεγονός για τον ελληνόφωνο κόσμο: είναι με διαφορά ο πιο επιτυχημένος από όσους ξεπήδησαν από την οθωμανική αυτοκρατορία.

Εδώ και δεκαετίες, είναι καλό να είσαι Έλληνας πολίτης (όπως θα έλεγε και ο Σ. Καλύβας) αν η εναλλακτική θα ήταν Βούλγαρος, Σέρβος, Τούρκος, Ρουμάνος ή Αλβανός. Η πτώση των τελευταίων ετών δεν αναιρεί την επιτυχία του ελληνισμού, και με λίγη προσεκτική δουλειά το πλεονέκτημα μας θα διατηρηθεί για πολύ καιρό ακόμα. Η ανακριβής προπαγάνδα του Ερντογάν στην πρόσφατη επίσκεψη του αποτελεί καλή ευκαιρία να επιδείξουμε τα πλεονεκτήματα του να είσαι Έλληνας (μια ευκαιρία που η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε παταγωδώς να αδράξει, ίσως λόγω αποστροφής στους «αριθμούς»).

Ακόμα και σήμερα, στο βαθύτερο σημείο της κρίσης, έχουμε την υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, και μερικοί θα ισχυριζόντουσαν ότι σε επίπεδο κοινωνικής ανάπτυξης, εξωστρέφειας και σύνδεσης με τον υπόλοιπο κόσμο τα πάμε ακόμα καλύτερα. Η δημοκρατία μας δε, με όλες τις ελλείψεις της, είναι σχεδόν σίγουρα η ωριμότερη.

Επειδή η βαθιά οικονομική μας πτώση συνέπεσε με μεγάλη άνοδο της Τουρκίας, σε συνδυασμό με τον ιστορικό ανταγωνισμό των δυο εθνών που πολλά συμπλέγματα προκαλεί, πλήθος συμπολίτες μας άρχισαν να βλέπουν το «ελληνικό μοντέλο» με τα μελανότερα χρώματα, και να σκέφτονται την Τουρκία σαν πρότυπο. Ο παλιοδομοδίτικος εθνικισμός, η μεγαλομανία και αλαζονεία του ισχυρού άνδρα της Τουρκίας μάλιστα έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι χρειαζόμαστε έναν αντίστοιχο «μεγάλο ηγέτη» που να διαμορφώνει την χώρα στα αυταρχικά του πρότυπα.

Με λίγα νούμερα θα στηρίξω τον αντίθετο ισχυρισμό: η δημοκρατία της Ελλάδας είναι η δύναμη μας. Είμαστε μια χώρα που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα (ακόμα και των μειονοτήτων), που επιτρέπει στο άτομο να πορεύεται με σχετική αυτονομία, και αυτό μας ενισχύει όχι μόνο ηθικά, αλλά και οικονομικά εν τέλει. 

Αν χρειάζεται να αλλάξει κάτι στην Ελλάδα, σε σχέση με τους ανατολικούς γείτονες μας, είναι να γίνουμε περισσότερο Ελλάδα, όχι περισσότερο Τουρκία. Και με αυτό δεν εννοώ βέβαια να διατηρούμε τις ελληνικότατες αδυναμίες μας, αλλά να διατηρηθούμε με ακόμα μεγαλύτερη συνέπεια και ταχύτητα στην πορεία που διαγράφουμε εδώ και αιώνες, από οθωμανική επαρχία σε σύγχρονο (δυτικο-)ευρωπαϊκό κράτος.

Τα νούμερα μάλιστα δείχνουν ότι το ελληνικό μοντέλο κάνει καλό ακόμα και σε αυτούς που ο Ερντογάν θεωρεί ότι καταπιέζουμε: τους Έλληνες μουσουλμάνους στην Θράκη.

Ο χάρτης παρουσιάζει το εισόδημα που παράγουν οι κάτοικοι κάθε γωνιάς της χώρας μας (για την τελευταία χρονιά που η ΕΛΣΤΑΤ παρέχει τέτοια στοιχεία, το 2014). Η μέση περιοχή έχει εισόδημα περίπου 13,5 χιλιάδες ευρώ. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ περιοχών: οι μεγάλες πόλεις παράγουν περισσότερο, τα τουριστικά νησιά παρομοίως, ενώ αγροτικές περιοχές και απομακρυσμένες περιφέρειες παράγουν λιγότερο. Το βόρεια προάστια των Αθηνών είναι στην κορυφή, με κατά κεφαλή εισόδημα περίπου 25.000 ευρώ.

Η Κομοτηνή, με μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων κατοίκων, είναι όντως από τις φτωχότερες περιοχές της χώρας, περίπου στο 40% του εισοδήματος των βορείων προαστίων της Αθήναςi. Και πάλι όμως, είναι σημαντικά πλουσιότερη από κάθε κοντινή περιοχή άλλης χώρας. Η περιφέρεια Αδριανούπολης στην Τουρκία, που συνορεύει με τον ελληνικό Έβρο, ήταν το 2014, με εισόδημα περίπου 5 χιλιάδες ευρώ από τις πλουσιότερες της Τουρκίας, αλλά μόλις στα μισά της «φτωχής» Κομοτηνής! Η «Νοτιοκεντρική περιφέρεια» Βουλγαρίας, αμέσως βόρεια της Κομοτηνής, είχε εισόδημα κάπου 4 χιλιάδες ευρώ, δηλαδή κάτω από το μισό της Κομοτηνής. 

Η προπαγάνδα Ερντογάν, εκστομισμένη στο κέντρο χάραξης της ελληνικής πολιτικής χωρίς καμία απάντηση (!), δεν ήταν μόνο απαράδεκτα ανακριβής, αλλά και άδικη. Στον βαθμό που η ελληνική Θράκη είναι σχετικά αδύναμη οικονομικά (για ελληνικά πρότυπα), δεν οφείλεται σε θρησκευτικής έμπνευσης καταπίεση, αλλά στην κακή γεωγραφική θέση και ατυχία να γειτνιάζει με ακόμα φτωχότερες περιοχές τρίτων χωρών. Η Κομοτηνή παρόλο ότι απέχει 750 χμ από το οικονομικό κέντρο της Ελλάδας (την Αθήνα), πετυχαίνει να έχει διπλάσιο εισόδημα από την Αδριανούπολη, που απέχει μόλις 250 χμ από την Κωνσταντινούπολη. Αυτό δείχνει ότι όχι μόνο δεν κακομεταχειριζόμαστε (οικονομικά) τις μειονότητες ή τις αδύναμες περιοχές της Ελλάδας, αλλά ίσα-ίσα έχουμε καταφέρει να ευημερούν σε σχέση με τους γείτονες (όπως φαίνεται και σε πλήθος άλλων στατιστικών υγείας, εκπαίδευσης κτλ.). Είναι τυχερός όποιος γεννήθηκε από την δική μας πλευρά των συνόρων, ασχέτως θρησκείας.

Μπορεί οι κυβερνήσεις μας να μην έχουν την παντοδυναμία που έχει ο Ερντογάν στην ασθενέστερη θεσμικά Τουρκία, μπορεί αυτό να εμποδίζει συχνά ωφέλιμες επενδύσεις, αλλά η πολυπλοκότητα της δημοκρατίας μας κάνει καλό και στην οικονομία τελικά. Γιατί το άλμα από την φτώχεια στο μέσο εισόδημα μπορεί να γίνει γρήγορα με λίγα εργοστάσια και λίγες μεγάλες τουριστικές επενδύσεις (α λα Τουρκία), αλλά για να γίνει μια χώρα πραγματικά πλούσια χρειάζεται υψηλό ανθρώπινο και θεσμικό κεφάλαιο, παράγοντες που καλλιεργούνται καλύτερα σε μια δυτικού τύπου δημοκρατία. Για αυτό και παρά τις προσωρινές δυσκολίες μας, το μέλλον της Ελλάδας παραμένει λαμπρότερο της αυταρχικά διοικούμενης γείτονος.

Δυστυχώς η ιστορία δεν τελειώνει εδώ: η κακή γεωγραφική θέση της Κομοτηνής ισχύει και για ολόκληρη την Ελλάδα σε πανευρωπαϊκό σύγκριση. Εδώ και αιώνες η Ευρώπη αναπτύσσεται σε ένα σχήμα πυρήνα-περιφέρειας. Περιοχές κοντά στον πυρήνα έχουν μεγαλύτερη πυκνότητα πληθυσμού και είναι πλουσιότερες, η περιφέρεια υστερεί. Το ιστορικό δυστύχημα του κομμουνισμού έσπασε το σχήμα σε κάποιον βαθμό: η Ελλαδίτσα στην άκρη της Ευρώπης έφτασε να είναι πολύ πλουσιότερη της κεντρικότατης Τσεχίας.

Ο κομμουνισμός μας τέλειωσε όμως και το παράδοξο της υπανάπτυξης στην καρδιά της Ευρώπης αναστρέφεται ταχύτατα. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ξεκάθαρη τάση δημιουργίας ενός νέου πυρήνα ανάπτυξης στην νοτιοανατολική Γερμανία, Αυστρία και Τσεχία, με επίσης ισχυρότατη ανάπτυξη σε Πολωνία και Ρουμανία, έναντι ελλιπούς ανάπτυξης στον πάλαι ποτέ τυχερό Νότο. Αυτό που εμείς ζούμε ως κρίση σε άλλες χώρες βιώνεται ως ραγδαία ανάπτυξη. Όσο εμείς χάσαμε 20% του εισοδήματος μας, κάποιοι Βαυαροί και Πολωνοί κέρδισαν 35%.

 

Γράφημα 2: Νικητές και χαμένοι στην Ευρώπη κατά την διάρκεια της «ελληνικής κρίσης» 

Η ενοποίηση της Ευρώπης και δημιουργία του νέου πυρήνα κρύβει μια ευκαιρία και έναν κίνδυνο για την Ελλάδα. Όσο η ανάπτυξη θα διαχέεται προς νοτιοανατολικά, οι γειτονικές μας χώρες θα γίνονται πλουσιότερες. Όπως βλέπουμε ήδη, ο τουρισμός από αυτές τις χώρες μας φέρνει έσοδα και θέσεις εργασίας. Αλλά εδώ είναι και ο κίνδυνος: αν απλά περιμένουμε παθητικά να αναπτυχθούν για να έχουμε και εμείς άνοδο, θα καταλήξουμε σε μια χρυσή μετριότητα, από τις φτωχότερες περιφέρειες μιας πλούσιας ηπείρου -το Μισισίπι της Ευρώπης.

Δεν είναι όμως πολύ αργά για έναν άλλο δρόμο. Το πλεονέκτημα των σχετικά καλών υποδομών και σχετικά καλοζωϊσμένου, καλοταξιδεμένου, καλά μορφωμένου ανθρώπινου δυναμικού παραμένει για κάποια χρόνια ακόμα υπέρ της Ελλάδας. Και η ελκυστικότητα τοπίου και κλίματος είναι αιώνιος σύμμαχος μας. Με γενναίες μεταρρυθμίσεις και απόρριψη κάθε οθωμανικού καταλοίπου στην λειτουργία του κράτους (από την αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, μέχρι τον καταθλιπτικά κακό αστικό σχεδιασμό) η Ελλάδα μπορεί να γίνει σε λίγα χρόνια πόλος έλξης των εξυπνότερων και δημιουργικότερων Ευρωπαίων -- να παράγουν καινοτομία στην Αθήνα, όχι μόνο φασαρία στην Μύκονο.

Μισισίπι ή Καλιφόρνια; Η επιλογή είναι ακόμα στο χέρι μας.

 

 

* Ο Σωτήρης Γεωργανάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών, City University Λονδίνου.

 

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ