ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ο Παρθενώνας των Βυζαντινών ως «ναός» της Παναγίας

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ

Ο Παρθενώνας από ανατολικά, 1765, έργο του W. Pars. Από την έκδοση «Antiquites of Athens», Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Αντώνης Καλδέλλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο (ΗΠΑ). Η ειδικότητά του είναι το Βυζάντιο, σχετικά με το οποίο έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία, τονίζοντας τη ρωμαϊκότητα του βυζαντινού πολιτισμού και την πρόσληψη της ελληνικής παράδοσης. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός το βιβλίο του «Ο βυζαντινός Παρθενώνας. Η Ακρόπολη ως σημείο συνάντησης χριστιανισμού και ελληνισμού».

– Διαβάζουμε στο βιβλίο σας: «Το έτος 1018 ο βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ επισκέφθηκε την Αθήνα, μετά τη νίκη του πάνω στη Βουλγαρία. Αφού έφτασε στην Αθήνα και απέδωσε ευχαριστήρια για τη νίκη στη Θεοτόκο του Παρθενώνα και κόσμησε το ναό με λαμπρά και πολυτελή αφιερώματα, επέστρεψε πίσω στην Κωνσταντινούπολη ακολουθώντας πάλι τη χερσαία διαδρομή. Η πομπή κατέληξε στην Αγία Σοφία». Γιατί ήρθε στην Αθήνα ο Βουλγαροκτόνος;

– Μόλις είχε καταρρεύσει η Βουλγαρία –μια μεγάλη αυτοκρατορία τότε– ύστερα από 35 χρόνια πολέμου με το Βυζάντιο. Η επίσκεψη του Βασιλείου επισημαίνει και την ασφάλεια, πλέον, των κατωτικών εδαφών, όπως αποκαλούσαν οι Βυζαντινοί τη Νότια Ελλάδα. Υπήρχαν λοιπόν και στρατηγικής σημασίας λόγοι: η παρουσία του αυτοκράτορα, της διοίκησης και του στρατού θα εδραίωνε την εξουσία του εκεί, κάτι που μέχρι τότε δεν είχε γίνει. Τα κείμενα, όμως, τονίζουν τη θρησκευτική διάσταση της επίσκεψης. Βέβαια, η επίσκεψη του αυτοκράτορα σε οποιοδήποτε μέρος πάντα είχε και θρησκευτική διάσταση.

– Παρακάτω αναφέρετε: «Ο 60χρονος αυτοκράτορας, στεφανωμένος με νίκες και δόξα, έψαλε ύμνους στον Θεό, προτού αποσυρθεί στο ανάκτορό του». Αντλεί την ταυτότητά του, δηλαδή, από τη θεϊκή παρουσία; Ποια είναι η δομική του σχέση με τη θρησκεία;

– Είναι ανεξάντλητο θέμα η σχέση του αυτοκράτορα με τη θρησκεία στο Βυζάντιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ας θυμηθούμε ότι πολλές πόλεις του Βυζαντίου ταυτίζονταν με συγκεκριμένους αγίους. Η ταυτότητά τους δηλαδή, ακόμα και η καθημερινότητα ή ο ετήσιος κύκλος ζωής τους, περιστρεφόταν γύρω από τη λατρεία του αγίου-προστάτη. Στη Θεσσαλονίκη ήταν ο Αγιος Δημήτριος, στην Αθήνα ήταν η Παναγία η Αθηνιώτισσα, που λατρευόταν στον Παρθενώνα. Δηλαδή «Αθήνα» για τον Βυζαντινό σήμαινε την κλασική αρχαία πόλη των ρητόρων και φιλοσόφων και το ξακουστό ιερό της Παναγίας, που ήταν ο Παρθενώνας, ο οποίος, αβίαστα, είχε μετατραπεί σε ναό της Παναγίας. Σε κάθε μέρος που επισκέπτεται ο αυτοκράτορας λειτουργεί μέσα από το τοπικό κέντρο, σε συνδυασμό με την τοπική εκκλησία που είναι ταυτόχρονα κέντρο λατρείας και εξουσίας. Αυτόν το ρόλο έπαιζε στην Αθήνα ο Παρθενώνας, που ήταν εκκλησία προικισμένη με πλούτο και τοπική προβολή.

– Εχει κάποια άλλη προέκταση η επίσκεψη στην Αθήνα, μεγαλύτερη από τη διοικητική υποχρέωση που έχει ο αυτοκράτορας στις πόλεις του;

– Την εποχή του Βασιλείου η Αθήνα είχε ήδη γίνει ένας από τους πιο σημαντικούς τόπους λατρείας της Παναγίας στην αυτοκρατορία και δεχόταν προσκυνητές από όλο τον χριστιανικό κόσμο. Θα μπορούσε δηλαδή να είχε επισκεφθεί τον ναό για καθαρά θρησκευτικούς λόγους, αν και οι αυτοκράτορες δεν είχαν πολλά περιθώρια να κινούνται έξω από τα παραδοσιακά συστήματα εξουσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, με τη λήξη του πολέμου με τη Βουλγαρία, δημιουργήθηκε εκ των περιστάσεων το περιθώριο να εδραιώσει την παρουσία του στα Βαλκάνια αλλά και να προσκυνήσει την Παναγία.

– Τι σημαίνει για τον αυτοκράτορα «προσκυνώ την Παναγία»; Παίρνει δύναμη ή απλώς αισθάνεται εκπρόσωπός της και άρα είναι υποχρεωμένος να το κάνει;

– Στον βαθμό που μπορώ να ψυχολογήσω έναν Βυζαντινό, δεν νομίζω ότι είναι σχέση υποχρέωσης αλλά πιο διαπροσωπική. Ο Βασίλειος ήταν στρατιωτικός αυτοκράτορας και για αυτόν η Παναγία ήταν ο κύριος προστάτης της αυτοκρατορίας. Σε στρατιωτικό επίπεδο, λοιπόν, σκεφτόταν με αυτόν τον παράδοξο τρόπο των Βυζαντινών, που δεν χαρακτηρίζεται από γραμμική λογική. Η αυτοκρατορία, αντί να έχει προστάτη έναν στρατιωτικό άγιο, έχει μια άοπλη γυναίκα που έχασε τον γιο της από τα χέρια στρατιωτών. Εκεί τοποθετείται και το παράδοξο του Ακάθιστου Υμνου. Ο Υμνος είναι μια σειρά από παραδοξολογίες, που, με τη συμβατική λογική, δεν βγάζουν νόημα. Η πιο ισχυρή μορφή που μπορεί να παρέμβει στα εγκόσμια και να εξασφαλίσει τη σωτηρία, η Παναγία, είναι μια μορφή που από μόνη της δεν έχει ούτε εξουσία ούτε επιβλητική πολεμική παρουσία.

Ο μεγάλος πειρασμός του αρχαίου κόσμου

– Υπάρχουν κείμενα που να ξεφεύγουν από αυτή τη λογική;

– Βεβαίως, και παρουσιάζουν την Παναγία να ρίχνει κεραυνούς στο πεδίο της μάχης, σαν την Αθηνά, με φράσεις παρμένες από τον Ομηρο. Η πιο σωστή θεολογική λογική των Βυζαντινών, όμως, είναι ακριβώς η αντίθετη: η συμπόνια της Παναγίας που, αν και από μόνη της δεν έχει καμία φυσική δύναμη, μεσιτεύει στον Χριστό ώστε να δείξει την αγάπη Του για τους Ρωμαίους, τους Χριστιανούς και έτσι να τους βοηθήσει. Είναι μια συναισθηματική πράξη. Ο ποιητής Πισίδης μάλιστα μιλάει για ένοπλα δάκρυα.

– Ο Χωνιάτης, ο τελευταίος μητροπολίτης πριν καταλάβουν την Πόλη οι Φράγκοι, πώς αισθάνεται γι’ αυτό;

– Αναγνωρίζει φυσικά την Παναγία αλλά θέλει να δει και την Αθήνα που έχει φανταστεί στις σπουδές του, μια αρχαία Αθήνα. Ηταν ένας σχετικά κοσμικός άνθρωπος, ο οποίος απογοητεύθηκε από την Αθήνα, και ο Παρθενώνας ήταν γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Αναπτύσσει, λοιπόν, μια έντονη ψυχολογική σχέση με τον ναό που συνδυάζει την αρχαία ιστορία με τη βυζαντινή λατρεία. Ο αρχαίος κόσμος για τον Χωνιάτη αλλά και για τους Βυζαντινούς γενικά, ήταν μια πρόκληση, αφού οι αξίες του ήταν διαφορετικές, και όχι συμβατές μ’ αυτές της Ορθοδοξίας. Αποτελούσαν όμως και έναν μεγάλο πειρασμό. Οι αξίες του έρωτα, της φιλοδοξίας, του επιτεύγματος, της φήμης, τους κέντριζαν το ενδιαφέρον και την προσοχή. Στον Ομηρο υπάρχουν πράγματα που δεν θα τα βρει κανείς στην Καινή Διαθήκη. Το Βυζάντιο, ως ένας διπλός κόσμος, είχε ένα διπλό σύστημα αξιών που ουδέποτε ενοποιήθηκε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ