ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Βασιλίς και Κυρία

Κυριάκος Μαργαρίτης

Καίτοι ζω στην περιοχή του Ζωγράφου, εδώ και χρόνια έχω πετάξει τον εαυτό μου στην ενορία της Νεάπολης, στο φουστάνι της Ζωοδόχου Πηγής, που ίσως είναι η θάλασσα του χωριού μου στην Κύπρο. Έτσι, ο περίπατος στην ακτή εκτυλίσσεται, πρωί πρωί, από την οδό Παπάγου έως την οδό Ακαδημίας 67, οπότε εισέρχομαι στον ναό για να ζήσω, και να ομολογήσω μετά, το μυστήριο της Όγδοης Ημέρας. 

Εκεί, το ημερολόγιο βρίσκει τον εαυτό του (οι ημέρες τον Λόγο τους) ως χρονικό, χρόνος που δεν γίνεται να χαθεί, γιατί έχει τελειώσει, συναγμένος σε αδιάλειπτη αφήγηση. Η σύναξη μορφοποιείται στον όρο «Εκκλησία», που συνάπτει τόπο και τρόπο, και εντοπίζει την Κυριακή για να την κάνει μια πόλη. Άραγε θυμάστε ότι στον εντοπισμό ο Μάρτιν Χάιντεγκερ αποδίδει την έννοια της υπερασπίσεως; 

Καταλαβαίνω ότι η είσοδος στον ναό ισοδυναμεί με άφιξη στο κατώφλι του Παραδείσου, που είναι οι Θερμοπύλες ή η Πύλη του Ρωμανού. Αν δεν σας γεμίζω το μάτι ως Ακρίτας, ας με δείτε, τουλάχιστον, σαν τον Γασκώνο ντ’ Αρτανιάν και τους φίλους του, κυρίως τον καλογηροϊππότη Άραμι, αγαπημένο των κοριτσιών και παιδιόθεν ταγμένο σε ιερατική αφοσίωση: πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν. 

Αυτός ο Άραμις, ξέρετε, μοιάζει με τον μνήστορα Ιωσήφ, έτσι με θράσος θα πω ότι εγώ είμαι (όχι, όχι ο Σπάρτακος, αλλά) ο αρραβωνιαστικός της βοσκοπούλας, εφόσον εκκαλώ τον Αμνό. 

Η έκκληση, μόνη μου άμυνα, επιτελείται από Ιππότες της Πίστεως, όπως η επίτροπος Μαρία, η Χρύσα η εκκλησάρισσα, οι πατέρες Ηλίας και Κωνσταντίνος, ο Λαός που με σκέπει από τον όχλο και τον βρυχηθμό της εξέγερσης. 

Τη δική μου, η οποία ψιθυρίζει (για να μην πω νιαουρίζει και με περάσετε για χαζό), θα ήθελα να τη φανταστείτε υπό μορφήν ερωτικής διεγέρσεως, όπως η στήλη που χαιρετίζω επιστρέφοντας σπίτι, του Ίωνα Δραγούμη. Εκείνος «Άμυνα» ονόμασε τη συνωμοσία που κράτησε τους Μακεδόνες στα ζείδωρα λείψανα ενός ευάλωτου και νεκρού βασιλιά. Ξέρετε πόσα τέτοια φυλάσσονται στον ναό μου; 

Αυτά που προσφάτως προσκύνησα ανήκουν στους αγίους Νεκτάριο Πενταπόλεως και Γρηγόριο τον Δεκαπολίτη, το σύνολο δεκαπέντε πολιτείες, συν τα χωριά, οι κοιλάδες και τα βουνά, η Κτίση που αλίμονο αν την αφήσω αμαχητί στους βαρβάρους. Μεταγράφω την Άμυνα ως οντολογική διαμαρτυρία και τη διακηρύσσω παρά θίν’ αλός, νανουρίζοντας κάποιαν αγάπη.

Στα τόσα τραγούδια, κρατώ το κατακόρυφο που εκκαλεί Χριστό και Παναγιά ψάλλοντας: «Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου». Σε κείμενό μου που λέγεται «Κρόνακα» εξετάζω τη σύνδεση του άσματος με τον Ακάθιστο (αναγράφω σοι η πόλις σου, Θεοτόκε), ζητώντας το χαρμόσυνο πένθος που λάμπει όταν μας βρίσκει το κακό και μνημονεύουμε σάλαγο φτερού κι ένα αστεράκι. Να μην απελπίζεστε. 

Η υπόθεση είναι χαμένη, αλλά γυρίζει σε θρίαμβο κατά την προσκομιδή των Τιμίων Δώρων, στο δείπνο των φίλων και στη συνωμοσία τους: Όλοι για έναν και ένας για όλους. Βαδίζοντας στη Θεία Κοινωνία, στο κοινό μας πολίτευμα, ξέρω ότι μετέχω στη συνωμοσία του ερωτισμού που αποκρούει τον τύραννο, που σωπαίνει λέγοντας το ίδιο σύνθημα, αλλά πληρέστερα: Τα πάντα εν πάσι Χριστός. 

Αυτόν τον έρωτα γιορτάζω την Κυριακή, που είναι, το καταλαβαίνετε, ένα κορίτσι, ας πούμε η Κική. Πώς να μην τη φλερτάρω; Στο κάτω κάτω, με όλα τα ονόματα, ας μνημονεύετε και το δικό μου, που είναι δικό της, στα ραβασάκια που υπογράφω, καλή ώρα: Με αγάπη, Κυριάκος.

* Ο Κυριάκος Μαργαρίτης είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Κρόνακα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ