ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναστέλλεται και το 2018 η εφαρμογή του φόρου υπεραξίας για τα ακίνητα

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εστω και λίγες ημέρες πριν εκπνεύσει το 2017, εντέλει ο φόρος υπεραξίας ακινήτων έλαβε εκ νέου αναστολή εφαρμογής έως το τέλος του 2018. Αυτό προβλέπει σχετική τροπολογία που κατατέθηκε χθες στη Βουλή και με την οποία προβλέπεται η αναστολή έως τις 31/12/2018 του φόρου υπεραξίας που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση ακινήτων.

Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υπολογίζει ότι από την κίνηση αυτή θα υπάρξει απώλεια εσόδων, για το έτος 2018, το ύψος της οποίας εκτιμάται στο ποσό των 24 εκατ. ευρώ.

Τον φόρο υπεραξίας επιβαρύνεται, σύμφωνα με τον σχετικό νόμο, ο πωλητής του ακινήτου, ενώ ο αγοραστής επιβαρύνεται με τον φόρο μεταβίβασης, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή 3% επί της αναγραφόμενης αξίας στο συμβόλαιο, με ελάχιστη όμως βάση υπολογισμού την αντικειμενική. Αν ο πωλητής έχει διακρατήσει το ακίνητο που πουλάει για πέντε τουλάχιστον έτη από τη στιγμή της απόκτησής του, η υπεραξία θα είναι αφορολόγητη μέχρι το ποσό των 25.000 ευρώ. Από τον σχετικό φόρο εξαιρούνται τα ακίνητα που αποκτήθηκαν πριν από το 1995.

Σε κάθε περίπτωση, πέραν του ψυχολογικού πλήγματος που θα επέφερε ένας ακόμα φόρος στην αγορά ακινήτων και δη στις μεταβιβάσεις, το γεγονός ακριβώς ότι έχουν εξαιρεθεί του φόρου αυτού τα παλιότερα ακίνητα, σημαίνει ότι και το οικονομικό αποτέλεσμα για τα δημόσια έσοδα θα ήταν περιορισμένο. Αλλωστε, τα περισσότερα ακίνητα που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής σήμερα πωλούνται σε τιμές κατά κανόνα χαμηλότερες από τις τιμές κτήσης τους, ιδίως δε από τη στιγμή που οι αναγραφόμενες τιμές στα συμβόλαια είναι οι αντικειμενικές. Υπενθυμίζεται ότι σε σχέση με τις αντικειμενικές του 2007, οι σημερινές εμπορικές τιμές είναι αισθητά χαμηλότερες, έως και 50% σε ορισμένες περιπτώσεις παλιών ακινήτων του κέντρου της Αθήνας, που πωλούνται αντί πολύ χαμηλών ποσών.

Παράλληλα, αν εφαρμοζόταν ο φόρος υπεραξίας, η Ελλάδα θα αποτελούσε μία από τις ελάχιστες χώρες διεθνώς όπου το ακίνητο θα φορολογούνταν με υψηλούς συντελεστές, τόσο στην κατοχή του όσο και στην αγοραπωλησία. Σύμφωνα με στοιχεία του ερευνητικού οργανισμού Global Property Guide, με την προσθήκη και του φόρου υπεραξίας, η Ελλάδα θα αναρριχηθεί στην 20ή θέση μεταξύ 42 ευρωπαϊκών χωρών, αναφορικά με το κόστος μιας αγοραπωλησίας ακινήτου. Ειδικότερα, το μέσο κόστος θα ανέλθει σε 8,84% της αξίας του εκάστοτε ακινήτου, για κάποιον που αποκτά ένα ακίνητο και το μεταπωλεί με κέρδος έπειτα από χρονικό διάστημα 10 ετών. Ο επενδυτής αυτός θα πληρώσει φόρο μεταβίβασης, δικηγορικά-συμβολαιογραφικά-μεσιτικά έξοδα, τέλος κτηματολογίου και φόρο υπεραξίας κατά την πώληση του ακινήτου.

Στην Ελλάδα, μέχρι το 2013 φορολογούνταν υπέρμετρα και η κατοχή και η αγοραπωλησία, καθεστώς που εκλογικεύτηκε με τη μεγάλη πτώση του συντελεστή του φόρου μεταβίβασης από το 10% στο 3% που είναι μέχρι σήμερα. Οι περισσότερες χώρες επιλέγουν είτε την πρώτη είτε τη δεύτερη οδό, ανάλογα με τις δημοσιονομικές τους ανάγκες και τον προσανατολισμό του οικονομικού τους μοντέλου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ