ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Εάν είσαι στο Μανχάταν αυτές τις ημέρες και αποφασίσεις να πας σε μια γκαλερί, το πιο πιθανό είναι ότι θα καταλήξεις στην Pace/MacGill, όπου το Richard Avedon Foundation παρουσιάζει την έκθεση φωτογραφίας και αρχείου από τη συνεργασία του Ρίτσαρντ Αβεντον (Richard Avedon, 1923-2004) –ενός από τους πλέον φημισμένους φωτογράφους του προηγούμενου αιώνα– με τον επίσης μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν (James Baldwin, 1924-1987) στο βιβλίο τους «Nothing Personal» (Τίποτα Προσωπικό) που εκδόθηκε το 1964. Παράλληλα με την έκθεση, σήμερα, ο εκδοτικός οίκος Taschen επανεκδίδει το «Nothing Personal», με εισαγωγή από τον βραβευμένο με Πούλιτζερ κριτικό Χίλτον Αλς (Hilton Als).

Οι Αβεντον και Μπόλντουιν γνωρίστηκαν στο γυμνάσιο DeWitt Clinton του Μπρονξ της Νέας Υόρκης, όπου εργάζονταν στη σχολική εφημερίδα. Το 1963, στο απόγειο της καριέρας τους, ξανασυναντιούνται και αποφασίζουν να δημιουργήσουν από κοινού ένα βιβλίο για τη ζωή στην Αμερική. Ταξιδεύουν επί δύο χρόνια, έτσι ώστε τόσο το κείμενο (Μπόλντουιν) όσο και οι φωτογραφίες (Αβεντον) να αποτυπώσουν την κοινωνική αναταραχή των αρχών της δεκαετίας του 1960, με το αντιρατσιστικό κίνημα, τις αλλαγές φρουράς στον χώρο των μίντια και της διασκέδασης, και τη διαρκώς εξελισσόμενη ιδέα της ευρύτερης ψυχικής υγείας στην Αμερική.

Το 1964 τo «Nothing Personal» δέχεται διθυραμβικές κριτικές, μαζί με κάποιες πιο αυστηρές: πώς τολμά ένας φωτογράφος μόδας να μας λέει πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, διαμαρτυρήθηκε το New York Review of Books. Μπορεί λόγω κριτικής, μπορεί όχι, η μετέπειτα πορεία του Αβεντον θεμελιώθηκε συνειδητά πάνω στα φυλετικά προβλήματα της χώρας του με απανωτές και σημαντικές δωρεάν προσφορές για τις μειονότητες.

Μυσταγωγία

Με το που περνάς την είσοδο της Pace/MacGill Gallery νιώθεις μια μυσταγωγία μουσείου: ακούς ψιθύρους, ή απλά τη σιωπή ενός μόνιμα περιπλανώμενου κοινού (η έκθεση έχει γίνει «talk-of-the-town», κόσμος πολύς δεν σταματά να την επισκέπτεται). Οι φωτογραφίες σε κοιτούν, δεν τις κοιτάς, σε ενοχλούν και σε προκαλούν να τις αποκωδικοποιήσεις είτε με τη βοήθεια αποσπασμάτων από τα δοκίμια των Mπόλντουιν και Αλς, είτε με δικές σου αναφορές η εμπειρίες.

Μελετώντας τη ζωή και τη δουλειά του Αβεντον ανακαλύπτεις ένα σημείο-σταθμό για τον φωτογράφο, 45 χρόνια πριν: τη συνάντησή του με τον σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ, γιο του Γάλλου ιμπρεσιονιστή Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Ρενουάρ του είπε: «Δεν έχει σημασία τι λες την ώρα του φαγητού, σημασία έχει τι περνάει στην απέναντι μεριά του τραπεζιού». Τις επόμενες δεκαετίες ο Αβεντον επικεντρώθηκε στο να φτιάχνει με τη δουλειά του γέφυρες μεταξύ του τι συνέβη και του τι καταλαβαίνουμε. Για να το πετύχει αυτό έπρεπε να ξεσκαρτάρει ό,τι απέριττο –φόντο, χρώμα, σκιές– και να κάνει φόκους στο πρόσωπο. Η τεχνική του βομβαρδίζει τα θέματά του με το πιο έντονα εκθαμβωτικό και ηχηρό φλας, τα «ξεγυμνώνει» λες και βρίσκονται κάτω από προβολέα χειρουργείου.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, όπως και στην πρώτη αίθουσα της γκαλερί, παρουσιάζεται αλλά και αποδομείται ο αμερικανικός τρόπος ζωής. Φωτογραφίες από γάμους στο δημαρχείο διακρίνονται από κάτι ασεξουαλικό, σαν από σκηνή ταινίας με την Ντόρις Ντέι και τον Ροκ Χάτσον. Ετσι ξεκινά ο Μπόλντουιν το πρώτο του κεφάλαιο: κάθε πρωί, προτού σηκωθεί από το κρεβάτι του, βλέπει διαφημίσεις της εποχής στην τηλεόραση με χαμόγελα οδοντόκρεμας που θυμίζουν σχάρες πρόσοψης αυτοκινήτου. Ο Μπόλντουιν βρίσκει στην αμερικανική εμμονή με την υποχρεωτικά αγέραστη νεότητα κάτι το βρώμικο. Οι φωτογραφίες του Αβεντον δεν τον διαψεύδουν. Πορτρέτα όπως του ευαγγελιστή Μπίλι Γκράχαμ, του κυβερνήτη υπέρ των φυλετικών διακρίσεων Τζορτζ Ουάλας, και του αρχηγού του τότε αμερικανικού ναζιστικού κόμματος Τζορτζ Ρόκγουελ και των οπαδών του, έχουν, σύμφωνα με τον Αλς, κάτι σχεδόν κωμικό. Πενήντα χρόνια μετά, ο Αλς βλέπει τους ναζί της φωτογραφίας να υπακούουν στον Ρόκγουελ σαν λυκόπουλα.

Τα κοντάκτ

Καθώς προχωράς μέσα στην γκαλερί, ή περνάς στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, η α λα «Mad Men» πόζα της Αμερικής αλλάζει, γίνεται πρόκληση, σχεδόν θράσος. Δίπλα στις φωτογραφίες υπάρχουν βιτρίνες με προσωπικά αντικείμενα των Αβεντον και Μπόλντουιν, ανάμεσα σε αυτά και τα «κοντάκτ» από τη φωτογράφιση της Μέριλιν Μονρόε, που σύμφωνα με τον Αβεντον κράτησε μία ολόκληρη ημέρα. Στις δεκάδες μικρο-φωτογραφίες, η Μέριλιν γελάει, χορεύει, φλερτάρει, κάνει σκέρτσα στον φακό. Είναι η Μέριλιν που ξέρουμε. Στην Αμερική, η συμπεριφορά, το στήσιμό μας, έχει ταυτιστεί με το πρόσωπό μας, με το ποιοι είμαστε, εξηγεί ο Μπόλντουιν. Ζούμε το ψέμα.

«Δεν υπάρχει τίποτα προσωπικό», γράφει ο Αλς. Για τον Αβεντον, το σόου της Μέριλιν δεν είναι αυτή. Ετσι επιλέγει να τυπώσει και να συμπεριλάβει στο βιβλίο τη μοναδική φωτογραφία που πρόλαβε να τραβήξει τη στιγμή που η Μέριλιν «έπεφτε ψυχολογικά», προς το τέλος τις φωτογράφισης. Το βλέμμα της είναι θλιμμένο και φοβισμένο. Περπατώντας πιο βαθιά μέσα στην γκαλερί (και διατρέχοντας ακόμα περισσότερες σελίδες του βιβλίου), συνειδητοποιείς πως το βλέμμα της Μέριλιν δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας.

Για τον Μπόλντουιν, οι άνθρωποι που είναι εγκλωβισμένοι στο παρελθόν δεν έχουν παρελθόν, διότι δεν μπορούν να το εξετάσουν αντικειμενικά, άρα δεν μπορούν να το χρησιμοποιήσουν, άρα δεν μπορούν να λειτουργήσουν στο παρόν, άρα δεν είναι ελεύθεροι. Ο κοινός παρονομαστής στα βλέμματα της Μέριλιν, του Κλοντ Εδερλι (του πιλότου του αναγνωριστικού Β-29, που προπορευόταν του «Ενόλα Γκέι» και έδωσε το οκέι για τη ρίψη της πρώτης ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα) και του Ουίλιαμ Κάσμπι (που γεννήθηκε σκλάβος στην Αμερική) είναι μια στωική μα και γεμάτη ασφυξία απόγνωση.

«Προτιμούν να πιστέψουν την αλήθεια του ψέματος»

Γράφει ο Μπόλντουιν: «Για να μη χάσουν αυτό που νομίζουν πως έχουν, οι περισσότεροι Αμερικανοί προτιμούν να πιστέψουν την αλήθεια του ψέματος». Πιστεύει ότι «η διαχρονική, συλλογική μας πόζα, είναι κάτι παραπάνω από επώδυνη. Είναι κρίση ταυτότητας. Ο πόνος είναι τόσο μεγάλος που αποκλείει κάθε δυνατότητα συνύπαρξης. Κάποιος από τους δύο πρέπει να καταστραφεί». Ο Μπόλντουιν βλέπει Νεοϋορκέζους βιαστικούς και μόνους, φοβισμένους να μην πέσουν τα ψηλά κτίρια απάνω τους.

Περνώντας στην τελευταία αίθουσα της Pace/MacGill, βλέπεις τη δουλειά του Αβεντον σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Οι φωτογραφίες δείχνουν ασθενείς σε στάσεις που θυμίζουν αιχμάλωτα ζώα. Ο απόλυτος τρόμος στα μάτια τους έχει κάτι εξωγήινο. Αυτό είναι το τέλος για τον Μπόλντουιν και τον Αβεντον.

Γιατί η επανέκδοση από την Taschen; Γιατί η επικαιρότητα; Το προφανές είναι ότι, 50 χρόνια μετά, η διαφορά μεταξύ reality TV και πραγματικότητας σχεδόν εκμηδενίστηκε και οι συνέπειες αποβαίνουν τραγικές για τις φυλετικές, μεταναστευτικές, και οικονομικές ανισότητες. Ομως το πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι ίσως αυτό της παθητικής παρατήρησης μιας τέτοιας εξέλιξης. Γινόμαστε κοινωνίες που δέχονται τη θεσμοθέτηση του αποκλεισμού μειονοτήτων ή προσφύγων. Κοινωνίες που έχουν γυρίσει πίσω. Και αυτό είναι μια μορφή θεσμοθετημένου πόνου και βίας.

Νευρικότητα

Οι εκφράσεις στα πρόσωπα των Εδερλι και Κάσμπι θα μπορούσαν να είναι σημερινές. Τόσο το βιβλίο όσο και η έκθεση έχουν ως πρόλογο και επίλογο δυο-τρεις φωτογραφίες με φαινομενικά ξένοιαστους Αμερικανούς στην παραλία. Είναι λίγο θαμπές, λες και έχουν τραβηχτεί εν κινήσει ή είναι καλυμμένες με τούλι. Υπάρχει μια ανεπαίσθητη νευρικότητα μέσα στο παιχνίδι δίπλα στη θάλασσα, κάτι εύθραυστο και ασταθές. Σαν να είναι οι τελευταίες ημέρες καλοκαιριού, σαν να είναι οι βάρβαροι προ των πυλών. Ή σαν να είμαστε εμείς οι ίδιοι έτοιμοι να γίνουμε βάρβαροι.

* Ο κ. Ιωάννης Πάππος είναι o συγγραφέας του μυθιστορήματος «Hotel Living» (εκδ. HarperCollins). Απασχολείται ως σύμβουλος επιχειρήσεων. Ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ