ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Ενας αναπάντεχος έρωτας

Ίρις Κρητικού

Το κακό με τις Κυριακές είναι πως σχεδόν πάντοτε είναι συνυφασμένες με κάποια παραμονή. Και αυτό συνεπάγεται μια υπόκωφη θλίψη, αναίρεση, αναπόδραστη λήξη, αναχώρηση. 

Το καλό με τις Κυριακές είναι πως σχεδόν πάντοτε είναι συνυφασμένες με κάποια παραμονή. Και αυτό συνεπάγεται μια γιορτή, προσμονή, ανοιχτά σενάρια τροπής της κατάστασης των πραγμάτων, επιστροφή και υπόσχεση.

Στα φοιτητικά μου χρόνια συνεχώς έφευγα. Για το Ρέθυμνο, για την Αθήνα, για την ανασκαφή, για τη Βιέννη, για το Λονδίνο. Αφήνοντας πίσω μου απροσδιόριστες υποσχέσεις, μα κυρίως αλλεπάλληλες αναπόδραστες λήξεις.

Τα Χριστούγεννα του 1990 ήρθαν και πέρασαν, ενώ ετοιμαζόμουν να ξαναφύγω, φέρνοντας μαζί τους έναν απροσδόκητο θάνατο κι έναν αναπάντεχο έρωτα. 

Την Κυριακή 30 Δεκεμβρίου του 1990, όλα είχαν μόλις συμβεί. Για την ακρίβεια, όλα ξεκίνησαν μία μέρα πριν, μετά την κηδεία, σαν το υπόκωφο τικ-τακ ενός αθέατου μικρού ρολογιού, και συνεχίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες μία μέρα μετά, κατά τη διάρκεια της πρώτης ταινίας που μοιραστήκαμε: «Συρανό ντε Μπερζεράκ» με τον λατρεμένο μου τότε Ζεράρ Ντεπαρντιέ, στον βελούδινο Απόλλωνα της στολισμένης οδού Σταδίου. 

Ύστερα καθίσαμε για ποτό σε ένα από αυτά τα ανώνυμα, τρυφερά κιτς πιάνο-μπαρ που ευδοκιμούσαν πίσω από το κτίριο της Παλιάς Βουλής, κρυμμένα καλά ανάμεσα στις νεραντζιές της Αθήνας. Μου αγόρασες ένα πλανόδιο κόκκινο τριαντάφυλλο
–από αυτά που σου είπα πολύ αργότερα ότι απεχθάνομαι– και ήπιαμε baileys με πάγο – αυτό πίναμε τότε. Έκανε πολύ κρύο, αλλά δεν με πείραζε. 

Διασχίζοντας την ολόφωτη οδό Σκουφά προς τη Λυκόβρυση και τα άλλα κατάμεστα νησιά της πλατείας, ανηφορίσαμε κρατώντας λιγάκι αδέξια ο ένας το χέρι του άλλου. 

Λίγο αργότερα, χορέψαμε με άγρια χαρά πάνω στα τραπέζια του La Notte στην οδό Κλεομένους: «Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου...», αδιανόητο άσμα, αλήθεια, για κάποια που την εποχή εκείνη άκουγε μόνο την «Εποχή της Μελισσάνθης» και ελισαβετιανή μουσική.

Στον λόφο του Λυκαβηττού, σκουπίζοντας με την ανάποδη της παλάμης τα χνότα στο τζάμι, μοιραστήκαμε μια θριαμβική ρόδινη αθηναϊκή ανατολή, ακούγοντας για τρίτη φορά το «Hotel California» και το «A Whiter Shade of Pale» στο κασετόφωνο.

Πολύ πολύ ύστερα, με πήγες για πρωινό στο Γιασεμί της οδού Μνησικλέους στην Πλάκα. Έκανε ακόμη πολύ κρύο, αλλά δεν με πείραζε. 

Στην Πλατεία Αβησσυνίας μετά, μου διάλεξες κάτι για να το πάρω μαζί μου. 

Περπατήσαμε στην Αρχαία Αγορά την ώρα που o χειμωνιάτικος ήλιος σκαρφάλωνε αργά στον ουρανό.  

Έσκυψα και σήκωσα μια μικρή πέτρα από το χώμα. Την έβαλα στην τσέπη, για να θυμάμαι εκείνη τη στιγμή που η Αθήνα ήταν εκτυφλωτικά όμορφη.  Η Δευτέρα, η Τρίτη, η Τετάρτη, η Πέμπτη, η Παρασκευή και το Σάββατο, μέρες μικρές, εξαντλημένες με οικογενειακά βιαστικά γεύματα και βυζαντινές εξεταστέες ακροστιχίδες, νύχτες πελώριες, τυλιγμένες με μουσικές, μυστικές διαδρομές και αντίστροφες μετρήσεις του παλιού χρόνου, γεμάτες από διστακτικές εξομολογήσεις, φιλιά και ξενύχτια, οδηγούσαν αμείλικτα στην αναπόδραστη λήξη της επόμενης Κυριακής.

Ήξερες.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου του 1991, επέστρεψα στο Λονδίνο και στη νέα δεκαετία χωρίς υποσχέσεις. Μία Κυριακή μετά, με βρήκαν εκεί, ανοχύρωτη, τα λουλούδια των επερχόμενων γενεθλίων μου. Δεν τα περίμενα. Δεν σε περίμενα... ■

 

* Η  Ίρις Κρητικού είναι ιστορικός τέχνης και ανεξάρτητη επιμελήτρια.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ