ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το «ρολόι χρέους» της Γερμανίας ξαναγυρίζει πίσω στο μακρινό 1995

Το 2009 το χρέος της Γερμανίας αυξανόταν πάνω από τις 4.400 ευρώ ανά δευτερόλεπτο, σύμφωνα και με τον μετρητή χρέους που λειτουργεί υπό την αιγίδα της ομοσπονδίας φορολογουμένων της χώρας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με την έλευση του νέου έτους, το «ρολόι χρέους» της Γερμανίας γυρίζει πίσω για πρώτη φορά τα τελευταία 22 χρόνια. Στην οθόνη του παρουσιάζεται η μείωση των υποχρεώσεων του δημοσίου ανά δευτερόλεπτο. Το ρολόι, ή για την ακρίβεια ο μετρητής του γερμανικού δημοσίου χρέους (Schuldenuhr), παρουσιάζει μείωση της τάξεως των 78 ευρώ ανά δευτερόλεπτο, έχοντας υπολογίσει και τα στοιχεία του νέου προϋπολογισμού, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times. Το 2009, όταν είχε ξεσπάσει η χρηματοπιστωτική κρίση, το χρέος της Γερμανίας αυξανόταν πάνω από τις 4.400 ευρώ το δευτερόλεπτο. Η κυβέρνηση Μέρκελ παρουσιάζει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς από το 2014. Την ερχόμενη τετραετία προβλέπεται να πετύχει δημοσιονομικό πλεόνασμα 30 δισ. ευρώ. Αυτό το στοιχείο είναι σίγουρο ότι θα πυροδοτήσει την πολιτική αντιπαράθεση για το αν τα χρήματα θα πρέπει να πάνε σε μειώσεις φόρων ή σε κρατικές επενδύσεις (π.χ., για την αναβάθμιση των υποδομών). Από το 1995, οπότε άρχισε να λειτουργεί ο μετρητής χρέους, το κατά κεφαλήν χρέος των Γερμανών έχει αυξηθεί από τις 12.000 στις 23.000 ευρώ.

Ο μετρητής λειτουργεί υπό την αιγίδα της Ομοσπονδίας Φορολογουμένων της Γερμανίας (BdST). Ο πρόεδρος της BdST Ρέινερ Χόλτζναγκελ τήρησε μετριοπαθή στάση και δήλωσε στους Financial Times ότι η Γερμανία βρίσκεται στον «σωστό δρόμο». Ο ίδιος τόνισε ότι η πολιτική ηγεσία θα πρέπει να κάνει πολλά περισσότερα. «Ολες αυτές οι εκθέσεις για τα πλεονάσματα και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς έχουν δημιουργήσει την εντύπωση στους πολίτες ότι όλα βαίνουν ομαλά», είπε ο κ. Χόλτζναγκελ στη βρετανική εφημερίδα. Υπενθύμισε ότι ούτε η Γερμανία, που είναι η ισχυρότερη οικονομία στην Ευρωζώνη, ικανοποιεί τα κριτήρια του Μάαστριχ, βάσει των οποίων το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών της Ευρωζώνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ. To 2016, το γερμανικό χρέος κυμαινόταν στο 68,1% του ΑΕΠ, ένα ποσοστό πολύ χαμηλό σε σχέση με το αντίστοιχο 180% της Ελλάδας, το 132% της Ιταλίας, το 130% της Πορτογαλίας και το 105,7% του Βελγίου.

Δραστικό ρόλο στη διαχείριση του χρέους από τις κυβερνήσεις της καγκελαρίου Μέρκελ διαδραμάτισε η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που ακολουθούσε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας από τον Οκτώβριο του 2009 έως τον Οκτώβριο του 2017. Ομως σημαντικό ρόλο είχε και η χαλαρή νομισματική πολιτική που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) τα τελευταία χρόνια, διατηρώντας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα το κόστος δανεισμού για τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και θέτοντας σε εφαρμογή το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης από τον Ιανουάριο του 2015. Σε έκθεση που δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2016 η γερμανική κεντρική τράπεζα (Bundesbank) αναφέρει ότι το δημόσιο έχει εξοικονομήσει 340 δισ. ευρώ από τη χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ μεταξύ 2009-2016. Ο κ. Χόλτζναγκελ, αν και υπερασπιστής των δικαιωμάτων των φορολογουμένων, δεν τάχθηκε υπέρ περικοπών στη φορολογία παρά την εύρωστη δημοσιονομική κατάσταση της Γερμανίας.

Πιέσεις για δημοσιονομική χαλάρωση

Ακόμα και η Γερμανία, η οποία υπεραμύνεται της δημοσιονομικής λιτότητας, είναι αντιμέτωπη με την πρόκληση του δημοσίου χρέους – αν υποθέσει κανείς ότι στοχεύει στον μηδενισμό του. Πάντως, σύμφωνα με εκτιμήσεις, θα χρειαστούν 800 χρόνια για να μειώσει η Γερμανία στο μηδέν το τρέχον δημόσιο χρέος, το οποίο κυμαίνεται στο 1,973 τρισ. ευρώ. Εντούτοις, ολοένα και περισσότεροι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η επόμενη γερμανική κυβέρνηση –δεν έχει ακόμα σχηματιστεί μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017– πρέπει να αξιοποιήσει το δημοσιονομικό της πλεόνασμα για να προβεί σε επενδύσεις και να μειώσει τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων. Σε κοινή έκθεση που δημοσίευσαν τα πέντε μεγαλύτερα οικονομικά ινστιτούτα της Γερμανίας (DIW, Ifo, IfW, IWH και RWI) τονίζεται ότι «υπάρχει ανάγκη η επόμενη κυβέρνηση να προχωρήσει σε αύξηση των δαπανών στην παιδεία». Αναφέρεται, επίσης, ότι η αύξηση των φόρων εισοδήματος για τους εργαζομένους μαζί με την τόνωση των δημοσίων εσόδων από την άμεση φορολόγηση θέτουν τις βάσεις για πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική. Πριν από τις εκλογές στη Γερμανία, οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν υποσχεθεί ελάφρυνση των φόρων εισοδήματος κατά 15 δισ. ευρώ. Οι οικονομολόγοι των προαναφερόμενων ινστιτούτων έχουν τονίσει την ανάγκη μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων. Φέτος το δημοσιονομικό πλεόνασμα της Γερμανίας αναμένεται να αυξηθεί στα 37 δισ. ευρώ από τα 28 δισ. ευρώ, πέρυσι, φθάνοντας τα 44 δισ. ευρώ το 2019.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ