ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Το τεράστιο αναπτυξιακό πρόβλημα της Ελλάδας

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ο 2017  η ελληνική οικονομία θα βγει από την ύφεση, αλλά η επίδοσή της θα είναι τελείως αναιμική. H ΕΛΣΤΑΤ εκτιμά ότι τα πρώτα τρία τρίμηνα η ανάπτυξη ήταν περίπου 1,1% κατά μέσον όρο. Ακόμη και αυτή η χαμηλή εκτίμηση ξαφνιάζει, δεδομένου ότι η κατανάλωση ήταν στάσιμη, οι επενδύσεις δεν είχαν αυξητική δυναμική, οι εξαγωγές αυξήθηκαν μεν ελαφρά αλλά οι εισαγωγές αυξήθηκαν περισσότερο, η βιομηχανική παραγωγή βρίσκεται σε ελαφρά πτωτική πορεία και ούτω καθεξής. Κάτι δεν αθροίζεται εύκολα. Ας δεχτούμε όμως ότι οι αριθμοί ισχύουν, που σημαίνει ότι ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης θα κινηθεί στο πολύ χαμηλό 1%-1,5%.

Το 2018 δύσκολα θα φέρει σημαντικά υψηλότερους ρυθμούς μετά τα μέτρα που μόλις έλαβε ο κ. Τσακαλώτος στον προϋπολογισμό και κυρίως λόγω του δυσθεώρητου πλεονάσματος το οποίο προβλέπεται να ξεπεράσει το 3,5%. Κοιτώντας με ψύχραιμο μάτι, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει κανένα «συμπιεσμένο ελατήριο» στην ελληνική οικονομία, όπως ισχυριζόταν η κυβερνητική προπαγάνδα στα τέλη του 2016. Η χώρα είναι σε στασιμότητα και η μηχανή της ανάπτυξης και της κεφαλαιακής συσσώρευσης δεν δουλεύει.

Η κατάσταση αυτή είναι προϊόν των μνημονιακών πολιτικών, οι οποίες σταθεροποίησαν τα ελλείμματα με κάθετη πτώση μισθών, τεράστιες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και βαρύτατη φορολογία. Δεν έφεραν όμως αλλαγή στην προβληματική δομή της ελληνικής οικονομίας, παρά τις «μεταρρυθμίσεις», την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και τις ιδιωτικοποιήσεις. Οι δανειστές δεν είχαν ούτε το σχέδιο ούτε τη βούληση γι’ αυτό. Τους ενδιέφερε κυρίως η αποφυγή ελληνικού χρεοστασίου και η απεξάρτηση των τραπεζών τους.

Η Ελλάδα σήμερα έχει εξαιρετικά αδύναμη βιομηχανία με εντονότατη ροπή προς τις εισαγωγές. Η οικονομία της βασίζεται σε υπηρεσίες χαμηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Ο αγροτικός της τομέας έχει χαμηλή παραγωγικότητα και δεν μπορεί να ανταγωνιστεί χώρες όπως η Τουρκία ή η Πολωνία. Το τραπεζικό της σύστημα είναι υπερσυγκεντρωμένο, με προβληματικά δάνεια περίπου 50% του ενεργητικού και παράλληλη έλλειψη ρευστότητας. Το δημόσιο χρέος είναι κοντά στο 180% του ΑΕΠ και μη βιώσιμο. Η καθαρή εθνική αποταμίευση παραμένει έντονα αρνητική και κινείται γύρω στο 7%-8% του ΑΕΠ. Η τεχνολογική βάση της ελληνικής οικονομίας είναι ασθενική, χωρίς επενδύσεις στην έρευνα. Τέλος, η τεράστια ανεργία και οι χαμηλοί μισθοί έχουν οδηγήσει σε μαζική απώλεια εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού της τάξης των 500.000 ανθρώπων.

Το αναπτυξιακό πρόβλημα είναι συνεπώς ιδιαίτερα δυσεπίλυτο, γεγονός που μάλλον δεν αντιλαμβάνεται το πολιτικό σύστημα, παρά τη συνεχή πολυλογία για «ανάπτυξη». Αν συνεχίσουμε να κινούμαστε στο μνημονιακό πλαίσιο –είτε υπάρχουν τυπικά μνημόνια είτε όχι–, η πορεία της χώρας είναι προδιαγεγραμμένη.

Συγκεκριμένα, η εξυπηρέτηση του χρέους θα συνεχίσει να απαιτεί υψηλότατα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή περιορισμό των δημοσίων δαπανών και βαριά φορολογία. Αρα η συνολική ζήτηση θα παραμείνει ασθενική και το διαθέσιμο εισόδημα χαμηλό. Η αποταμίευση δεν πρόκειται να αυξηθεί σημαντικά, ενώ με ετήσιους τόκους γύρω στα 6 δισ. μεγάλο μέρος των διαθεσίμων θα φεύγει στο εξωτερικό. Δεν θα υπάρχει βάση για ανάκαμψη των επενδύσεων, ιδίως αν συνυπολογίσουμε ότι οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν για πολλά χρόνια να στηρίξουν την οικονομία με πιστώσεις. Τα ελλείμματα στις εξωτερικές συναλλαγές θα επανεμφανίζονται μόλις υπάρξει αμυδρή ανάκαμψη. Η ανεργία θα παραμείνει υψηλότατη και θα συνεχιστεί η φυγή της εκπαιδευμένης νεολαίας στο εξωτερικό.

Δηλαδή το μνημονιακό πλαίσιο είναι τελείως αντιαναπτυξιακό και αποσαθρώνει την κοινωνία. Η ιδέα ότι τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν εντός του πλαισίου με «μεταρρυθμίσεις», ιδιωτικοποιήσεις και ξένες επενδύσεις δείχνει έλλειψη αντίληψης του προβλήματος. Η χώρα χρειάζεται αλλαγή οικονομικής πολιτικής.

Ξεκινώντας αντίστροφα, η αλλαγή της οικονομικής δομής θα πρέπει οπωσδήποτε να βασιστεί σε κλαδική βιομηχανική πολιτική με πιστωτική στήριξη και στόχο τη μείωση της ροπής προς τις εισαγωγές. Αυτό απαιτεί αύξηση της εθνικής αποταμίευσης και δημιουργία δημόσιου αποταμιευτικού και επενδυτικού φορέα. Πράγμα που σημαίνει επίσης εξυγίανση των τραπεζών, αλλά όχι με πλειστηριασμούς και πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων όσο όσο.

Για να υπάρξει η βάση γι’ αυτά, θα πρέπει επειγόντως να μειωθεί η ανεργία, ώστε να αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα και να στηριχθεί το συνταξιοδοτικό σύστημα. Αρα απαιτείται άμεση τόνωση της ζήτησης με στόχο τον τομέα υπηρεσιών που έχει σχετικά καλύτερες επιδόσεις στην απασχόληση. Επεται ότι θα πρέπει να υπάρξει άμεση άρση των αυτοκτονικών πρωτογενών πλεονασμάτων που συμφωνήθηκαν στη δεύτερη αξιολόγηση. Πράγμα που δεν γίνεται χωρίς βαθιά ελάφρυνση του χρέους που θα μειώσει δραστικά τους τόκους.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της χώρας και όχι αν θα βγει «καθαρά» στις αγορές το 2018 και οι συναφείς καβγάδες του πολιτικού συστήματος. Η ιδανική λύση για το πρόβλημα θα ήταν η παύση πληρωμών στο χρέος με έξοδο από το ευρώ, δίνοντας τη δυνατότητα νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής και παράλληλα αλλάζοντας τις σχετικές τιμές υπέρ της εγχώριας παραγωγής μέσω υποτίμησης.

Γνωρίζουμε βεβαίως ότι το πολιτικό σύστημα και τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας θα συνεχίσουν να αντιπαλεύουν λυσσαλέα μια τέτοια προοπτική. Παρ’ όλα αυτά, η λύση παραμένει οικονομικά και κοινωνικά ορθή και επιπλέον θέτει το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις. Αποτελεί το μέτρο για οποιαδήποτε άλλη πολιτική. Ας το λάβουν υπόψη τους κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι.

* Ο κ. Κώστας Λαπαβίτσας είναι οικονομολόγος, καθηγητής της Σχολής Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ