ΒΙΒΛΙΟ

Πολλή ζωή

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΒΙΒΙΑΝ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
Μπλε υγρό
εκδ. Πόλις, σελ. 256

Τ​​​​υφλό σημείο η ενήλικη ζωή, μια βόλτα στα πέριξ κι είναι ήδη πολλή». Πόσο μάλλον που για τους διηγηματογραφικούς ήρωες της Βίβιαν Στεργίου (γεν. 1992) η προοπτική της ενηλικίωσης δεν φαντάζει διόλου ρεαλιστική. Πράγματι, ως ενήλικοι πελαγώνουν. Οι υποχρεώσεις της ολιγόχρονης ζωής τους τους απελπίζουν. Νιώθουν την πραγματικότητα σαν δύσπεπτη μπουκιά που πασχίζουν να καταπιούν. «Μια μικρή μπουκιά αρκεί για να εξοντώσει και τον πιο ανθεκτικό αδιάφορο». Ενδεχομένως η δυσανεξία τους στην πραγματικότητα να οφείλεται στο γεγονός πως παίρνουν στα σοβαρά την υπόθεση της ευτυχίας. Λαχταρούν να βρουν κάτι «που να κάνει τη ζωή ν’ αξίζει τον κόπο, γιατί μιλάμε για πολύ κόπο». Αναρωτιούνται «πώς μπορεί κανείς να μην παίρνει την πραγματικότητα στα σοβαρά, αλλά να φτιάχνει νόημα, να μπουκώνει τα πράγματα με νόημα και να μην αυτοκτονεί». Προφανώς πιστεύουν ακόμη ότι «η ευτυχία είναι κάτι που γίνεται».

Οι διηγηματογραφικοί χαρακτήρες που έλκουν τη Στεργίου είναι αδύναμοι, σακατεμένοι από φοβίες και νευρώσεις, αντιπαραγωγικοί, δυσλειτουργικοί, σχεδόν αφερέγγυοι, λίγο διανοητές, λίγο «αναχωρητές της πραγματικότητας». Μετά βίας αντέχουν τον κόσμο· τον εαυτό τους καλύτερα. Τρέμουν το μαρτύριο της ασημαντότητας, αν και διατηρούν την αυταπάτη της ανοσίας. Εκστασιάζονται από τη συντριπτική δύναμη της δυστυχίας και περιθάλπουν επιμελώς την κατάθλιψή τους. Μια ηρωίδα σκέφτεται πως «η ευτυχία είναι τρομαχτικότερη από τη δυστυχία, επειδή ίσως και να μη μας αξίζει». Κάποιος υποψιάζεται πως «η πραγματικότητα είναι μες στο κεφάλι μας», ενώ κάποιος άλλος, ομόθυμος, έχει καταλήξει πως «η όραση είναι υπερεκτιμημένη».

Στο διήγημα «Φτερά χήνας», το πιο ώριμο της συλλογής, η ηρωίδα χάνει ξαφνικά τη ζωή της. Αν και είχε κατορθώσει να επιζήσει της παιδικής της ηλικίας, με μια αδόκητη αναστροφή του χρόνου επιστρέφει στην ανήλικη συνθήκη της ζωής της. Ξέρει ότι έχει επιτύχει και νικήσει πολλά από τότε, αλλά είναι και πάλι πολύ μικρή για να διεκδικήσει οτιδήποτε. Από την ιδιάζουσα πάθησή της φαίνεται να πάσχουν και άλλα πρόσωπα του βιβλίου, εξίσου μικρομέγαλα. Μολονότι έχουν φιλοσοφήσει εμβριθώς την ανθρώπινη κατάσταση, δείχνουν αγκυλωμένα στην ανημπόρια της ανηλικότητας. Παλεύουν να απαγκιστρωθούν από τις προσδοκίες των άλλων, αλλά ακόμη αναζητούν τις δικές τους. Θυμίζουν νήπια που ψελλίζουν αμπελοφιλοσοφίες, και δεν ξέρεις πότε είναι πιο πειστικά, όταν παιδιαρίζουν ή όταν στοχάζονται. Στους ήρωες της Στεργίου δεν συμβαίνει τίποτα τραγικό, αλλά οι ίδιοι δεν παύουν να νιώθουν τραγικοί. «Το απερίγραπτο γλυκόπικρο δράμα της αναπνοής» τους κάνει λυρικούς. Δέχονται την «καθημερινότητα ως μπουνιά». Ερωτεύονται υποκύπτοντας σε «όλο το σχετικό μελόδραμα», αλλά ήδη γνωρίζουν πως εκείνη ή εκείνος που ερωτεύονται είναι αποκύημα της επιθυμίας τους.

Δυσκολεύονται απερίγραπτα να ζήσουν, αλλά ήδη γνωρίζουν πως «η ζωή είναι πάντα απλούστερη από την προετοιμασία για να τη ζήσεις». Φοβούνται τον θάνατο, αλλά ήδη γνωρίζουν πως χωρίς τον θάνατο δεν θα υπήρχε λογοτεχνία.

Η γραφή της Στεργίου, αναμφίβολα ευφυής, επιχειρεί να συνδυάσει ένα ύφος κυνικό, μπουχτισμένης σοφίας, με μια απομίμηση νεανικής ελαφρότητας. Η σπαρταριστή γλώσσα της αποδεικνύεται ικανή τόσο στο περιγέλασμα όσο και στην καταβύθιση. Ωστόσο, η πρόδηλη αυτοειρωνεία μόνο εν μέρει αντισταθμίζει τη φιλαυτία. Οι αφηγητές των διηγημάτων, παραλλαγές της δεσπόζουσας συγγραφικής φωνής, περιορίζονται συχνά σε ρόλο αντηχείου για τα θυμόσοφα αποφθέγματα της Στεργίου, η οποία υπονομεύει με χαριτωμένες επεμβάσεις την έπαρσή τους, χωρίς όμως να κρύβει την υπερηφάνεια της για την εξυπνάδα τους. Αν στα πεζά της δεν υπήρχε τόσος αυτοθαυμασμός, θα υπήρχε σαφώς περισσότερος χώρος και για τον αναγνωστικό θαυμασμό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ