Πόσα γνωρίζουμε για τα διαδικτυακά hoaxes; Πόσοι επηρεάζονται από τη νέου τύπου προπαγάνδα; Εξαρτάται η καταπολέμηση των fake news από εξελιγμένους αλγορίθμους ή από εμάς τους ίδιους; Η διασπορά ψευδών ειδήσεων στο διαδίκτυο, ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια, είναι ένα πολυσυζητημένο παγκόσμιο φαινόμενο. Κάποιοι έχουν φτάσει, συχνά βάσιμα, να ισχυρίζονται ότι συμβάλλει στη χειραγώγηση εκλογικών αναμετρήσεων, άλλοι αρκούνται στο να το στηλιτεύουν, άλλοι το μελετούν και προσπαθούν να βρουν λύσεις. Το «Κ» ζήτησε τις σκέψεις τεσσάρων Ελλήνων που, με διάφορους τρόπους, έχουν ασχοληθεί εκτενώς με αυτό.

Πολεμώντας τα hoaxes

Η ομάδα που διαχειρίζεται την πλατφόρμα FightHoax, που αναπτύσσεται εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο, απαρτίζεται από μόλις τρία μέλη. Ο ιδρυτής της είναι ο Βαλεντίνος Τζέκας, ένας 21χρονος φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ωστόσο, το ενδιαφέρον γύρω από την εφαρμογή είναι σίγουρα δυσανάλογο του μεγέθους της start-up που την επινόησε. Πριν από λίγες εβδομάδες ο κ. Τζέκας παρουσίασε την εφαρμογή του στο Ευρωκοινοβούλιο. Νωρίτερα είχε ανταποκριθεί στα αιτήματα μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας -ανάμεσά τους η Google, η ΙΒΜ και η Mozilla- να αποκτήσουν πρόσβαση στη δοκιμαστική εκδοχή της πλατφόρμας. Αντίστοιχο ενδιαφέρον έδειξε και το πανεπιστήμιο ΜΙΤ, ενώ για το FightHoax έγραψε και η ιστοσελίδα του εργαστηρίου Nieman στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Σύμφωνα με τον ιδρυτή, η επιχείρηση συζητά με αμερικανικό fund για τη χρηματοδότηση της περαιτέρω ανάπτυξης της εφαρμογής.

Τι κάνει όμως ακριβώς το FightΗoax και έχει συγκεντρώσει τόσο ενδιαφέρον; «Ο χρήστης εισάγει ένα άρθρο στην εφαρμογή και έπειτα η εφαρμογή τού επιστρέφει μια ανάλυση του άρθρου αυτού, σε σχέση με το πόσο καλογραμμένο είναι, για το αν ο τίτλος του είναι παραπλανητικός, δίνοντας περισσότερες πληροφορίες για το μέσο στο οποίο δημοσιεύεται, αλλά και για τον συγγραφέα του. Στο τέλος παραθέτει συνδέσμους όπου αναλύεται η αντίθετη θέση», εξηγεί ο Βαλεντίνος Τζέκας. Η εφαρμογή, που αναμένεται να διατεθεί στην αγορά σε περίπου δέκα μήνες, αναλύει μόνο άρθρα γραμμένα στην αγγλική γλώσσα, καθώς πάνω σε αυτήν έχουν αναπτυχθεί οι πιο εξελιγμένοι αλγόριθμοι αναγνώρισης και αξιολόγησης της γραμματικής, του συντακτικού, του ύφους κ.λπ. Και παρόλο που παραθέτει αξιολογήσεις και στατιστικά, δεν καταλήγει ευθέως στον χαρακτηρισμό ενός άρθρου ως «fake» ή όχι. «Προσεγγίζουμε το θέμα λίγο ψυχολογικά, θέλουμε να βάλουμε τους χρήστες να σκεφτούν γι’ αυτό που διάβασαν», λέει ο νεαρός ιδρυτής της πλατφόρμας. Και συνεχίζει: «Ήθελα κάτι που να μην είναι ένας αλγόριθμος που θα καταλήγει σε “ναι” ή “όχι”, αλλά να δουλεύει σε ανθρώπινο επίπεδο. Να αναδεικνύει τα δεδομένα, αλλά ο άνθρωπος να είναι ο τελικός κριτής».

Αληθινά ψέματα

Το μεγάλο ενδιαφέρον γύρω από εφαρμογές όπως είναι το FightHoax προκύπτει φυσικά από τη φορτισμένη συζήτηση που έχει αρχίσει σχετικά με τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και το αν αυτή, όταν συμβαίνει εκ του πονηρού, μπορεί να χειραγωγεί εκλογικά αποτελέσματα. Οι ειδικοί τοποθετούν την απαρχή αυτής της συζήτησης περίπου το 2016, στην περίοδο πριν από το βρετανικό δημοψήφισμα για την έξοδο ή την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τότε άρχισαν να εμφανίζονται, συντονισμένα, σε αμφιβόλου ποιότητας blogs και προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ψευδείς ειδήσεις σχετικά με την οικονομική συμβολή του Ηνωμένου Βασιλείου στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, με εμφανώς διαστρεβλωμένα τα μεγέθη, ώστε να περιγράφουν μια κατάσταση εξαιρετικά δραματική και σίγουρα μακριά από την πραγματικότητα.

Και βεβαίως, μετά την επικράτηση του Brexit, ήρθαν οι ψευδείς ειδήσεις στη διάρκεια της καμπάνιας των αμερικανικών εκλογών που αναπαράχθηκαν από τυχαίους και... λιγότερο τυχαίους χρήστες. Ενδεικτικά: «Ο πράκτορας του FBI που ερευνούσε το σκάνδαλο με τα emails της Χίλαρι Κλίντον πέθανε μυστηριωδώς», «Ο επικεφαλής της προεδρικής καμπάνιας της Κλίντον, Τζον Ποντέστα, συμμετέχει σε αποκρυφιστικές τελετές όπου χρησιμοποιείται αίμα και σπέρμα». (Μάλιστα, ως «τεκμηρίωση» για το τελευταίο χρησιμοποιήθηκε η διαρροή μιας πρόσκλησης προς τον Ποντέστα σε γεύμα με τη διάσημη performance artist Μαρίνα Αμπράμοβιτς.) Η έξαρση του φαινομένου εκείνη την περίοδο και το ακόλουθο πανδαιμόνιο με την εκλογή Τραμπ έφεραν τις γνωστές κατηγορίες από τους Δημοκρατικούς για την εργαλειοποίηση ενός τέτοιου μηχανισμού συντονισμένα από το Κρεμλίνο, οι οποίες πλέον ερευνώνται επισήμως.

 «Η διάδοση τέτοιων πληροφοριών είναι ασφαλώς μια μορφή soft power», λέει ο διδάκτωρ ΜΜΕ και επικοινωνίας, ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ και συγγραφέας του βιβλίου «The Greek Crisis in the Media» (εκδ. Routledge), Γιώργος Τζογόπουλος. «Η “στράτευση” αλγορίθμων και bots (σ.σ. προφίλ στα social media που δεν αντιστοιχούν σε αληθινό χρήστη αλλά υπάρχουν μόνο για να αναπαράγουν στοχευμένα μηνύματα) είναι μια μορφή προπαγάνδας πολύ φθηνή και εύκολη να χρησιμοποιηθεί», καταλήγει.

 Ένα παλιο νέο προβλημα

Πόσα όμως γνωρίζουμε για το ίδιο το φαινόμενο; Απ’ όσο φαίνεται, όχι ιδιαίτερα πολλά. Οι ειδικοί ανά τον κόσμο δεν έχουν καταφέρει ακόμη να συμφωνήσουν στο πώς ορίζεται. Με αυτό το ερώτημα θα ασχοληθεί, άλλωστε, και η ομάδα εργασίας ειδικών για την καταπολέμηση των fake news που συγκρότησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη Δευτέρα. «Πολλοί ακαδημαϊκοί προσπαθούν να καταλήξουν σε έναν ορισμό, αλλά δεν υπάρχει κάποιος που να είναι κοινά αποδεκτός αυτή τη στιγμή, πράγμα που δυσχεραίνει τη μελέτη», σημειώνει ο Αντώνης Καλογερόπουλος, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ινστιτούτο Reuters για τη μελέτη της δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ένας από τους συγγραφείς της ετήσιας έκθεσης του ινστιτούτου για τις ειδήσεις στα ψηφιακά μέσα (Digital News Report). «Κάποιοι υποστηρίζουν ότι στον όρο “ψευδείς ειδήσεις” πρέπει να εντάξουμε την κακή δημοσιογραφία, την πολιτική προπαγάνδα ή την κεκαλυμμένη διαφήμιση, φαινόμενα δηλαδή που υπάρχουν εδώ και καιρό. Αλλά έχω την αίσθηση ότι η συζήτηση για τις ψευδείς ειδήσεις θα έπρεπε να επικεντρώνεται όχι τόσο σε αυτές τις κατηγορίες, αλλά περισσότερο στις ειδήσεις-απάτες (hoaxes), για ανύπαρκτα γεγονότα (π.χ. στις ιατρικές ειδήσεις)», καταλήγει.

Δυστυχώς, η διάδοση των fake news δεν αποτελεί ένα «εργαστηριακό» πρόβλημα, η φύση του είναι περισσότερο επείγουσα. Επομένως, ίσως πιο πολύ από τον άψογο ορισμό του να προέχει το να ανακαλυφτούν εκείνες οι καλές πρακτικές που μπορούν να το περιορίσουν. Πλέον η παγκόσμια συζήτηση επικεντρώνεται στη σημασία των σχετικών παρεμβάσεων στο εκπαιδευτικό σύστημα. Όμως, ήδη διαδικτυακοί κολοσσοί όπως τo Facebook και η Google, που μοιραία κατέχουν ρόλο-κλειδί στη διασπορά των fake news, έχουν αναλάβει μια σειρά από πιο άμεσες πρωτοβουλίες. Αφενός το Facebook συνεργάζεται με μεγάλες αμερικανικές εταιρείες fact-checking (δηλαδή εξακρίβωσης πληροφοριών ειδησεογραφικών άρθρων), όπως είναι η Slopes και η Politifact, ώστε να υπάρχει σύντομα μια εικόνα για την εγκυρότητα αμφιλεγόμενων δημοσιευμάτων και να προσθέτει τις σχετικές σημάνσεις κατά την αναπαραγωγή τους.

Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης

H Google, μέσω του προγράμματος Digital News Initiative, διέθεσε 20,4 εκατ. ευρώ για το 2017 σε ερευνητικά ή άλλα έργα σχετικά με τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημοσιογραφίας και με την πρόκληση των fake news. Ένα από αυτά τα έργα έχει τίτλο «Check-it: Clearly Visualizing Fake News on Social Media» («Έλεγξέ το: Η ευκρινής σήμανση των ψευδών ειδήσεων στα κοινωνικά δίκτυα») και το επιμελούνται το Εργαστήριο Κατανεμημένων Υπολογιστικών Συστημάτων του Ινστιτούτου Τεχνολογίας στο Ίδρυμα Έρευνας και Τεχνολογίας στην Κρήτη από κοινού με το τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Πρόκειται για την ανάπτυξη μιας εφαρμογής που θα μπορεί να προσαρτηθεί (plug-in) στον φυλλομετρητή (browser) του κάθε χρήστη και, μέσω εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, θα επισημαίνει την εγκυρότητα των άρθρων που ανοίγει ο χρήστης. «Η τεχνολογία που προσπαθούμε να εφαρμόσουμε μοιάζει αρκετά με τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνουμε τα spam emails», λέει ο κ. Ευάγγελος Μαρκάτος, καθηγητής Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και υπεύθυνος του έργου. «Πρόκειται για ένα αυτόματο φίλτρο που αναλύει τη γλώσσα (σ.σ. και πάλι θα λειτουργεί μόνο για τα αγγλικά) και την πηγή του άρθρου, αξιοποιώντας αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης, και τελικά κατηγοριοποιεί τα νέα που διαβάζει ο αναγνώστης “επιστρέφοντας” έναν βαθμό εμπιστοσύνης», εξηγεί. 

Η εφαρμογή, που θα διανέμεται δωρεάν ως λογισμικό ανοιχτού κώδικα, αναμένεται να είναι έτοιμη σε έναν χρόνο, έπειτα από περίπου τέσσερις μήνες δοκιμαστικής λειτουργίας. Εκείνο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι η ομάδα που προετοιμάζει μια τέτοια εφαρμογή σχετική με τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε ειδήσεις αποτελείται αποκλειστικά από επιστήμονες της Πληροφορικής. Προσεγγίζει τη διάδοση των ψευδών ειδήσεων ως τεχνολογικό ζήτημα, ως ένα κακόβουλο bug που πρέπει να αντιμετωπιστεί, μια προσέγγιση με την οποία πολλοί διαφωνούν.

Θολή εικόνα

Φυσικά, αυτό δεν είναι το μοναδικό «ανοιχτό» ερώτημα γύρω από το θέμα των ψευδών ειδήσεων. «Υπάρχει ακόμη επιστημονικό κενό στο κατά πόσο η έκθεση σε ψευδείς ειδήσεις επηρεάζει την εκλογική συμπεριφορά», λέει ο Γιώργος Τζογόπουλος. Επιπλέον, σύμφωνα με μελέτη (που περιλάμβανε το αντίστοιχο πείραμα) των ερευνητών του αμερικανικού πανεπιστημίου Γέιλ, Γκόρντον Πένικουκ και Ντέιβιντ Ραντ, που επικαιροποιήθηκε τον προηγούμενο Σεπτέμβριο και αφορά τους Αμερικανούς πολίτες, η εμπιστοσύνη στις πραγματικές ειδήσεις βρίσκεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από εκείνη στις ψευδείς.

«Δεν είμαι βέβαιος ότι κάνει καλό να χρησιμοποιούμε συνέχεια τον όρο “ψευδείς ειδήσεις”», σημειώνει ο Αντώνης Καλογερόπουλος. «Η συζήτηση βεβαίως άρχισε από τα φιλελεύθερα μέσα στις ΗΠΑ, που μετά τις εκλογές του 2016 ανακάλυψαν ότι στο Τwitter και στο Facebook υπήρχαν αρκετές ψευδείς ειδήσεις που είχαν τοποθετηθεί από Ρώσους ή από troll farms στην Ανατολική Ευρώπη. Όμως, τον ίδιο όρο χρησιμοποιεί συνεχώς και ο Τραμπ για να χαρακτηρίσει τα μέσα ενημέρωσης που είναι επικριτικά απέναντί του . Εκεί η συζήτηση μπορεί να γίνει επικίνδυνη. Δεν έχουμε αρκετά δεδομένα για το πόσοι άνθρωποι έχουν δει ψευδείς ειδήσεις, ούτε για τον αντίκτυπό τους. Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο σημαντικό είναι το πρόβλημα, και αυτό που μένει είναι ότι χρησιμοποιείται κατά κόρον από τους πολιτικούς για να επιτεθούν στους αντιπάλους τους», καταλήγει.

Είναι βέβαιο ότι τα επόμενα χρόνια η θολή εικόνα που υπάρχει σήμερα, σε έναν βαθμό, θα γίνει πιο ευκρινής. Οι ακαδημαϊκοί θα καταλήξουν σε κάποιον ορισμό των fake news, τα σχετικά προγράμματα θα ενταχθούν στα εκπαιδευτικά συστήματα της κάθε χώρας, οι πολίτες θα γίνουν πιο υποψιασμένοι και οι αλγόριθμοι πιο ακριβείς. Όμως, εκείνο που δεν θα λείψει θα είναι οι προκλήσεις για την ενημέρωση (καθώς και για την προπαγάνδα) που σχετίζονται με την εξέλιξη της τεχνολογίας. Ποια μπορεί να είναι η επόμενη; Ο κ. Τζογόπουλος δίνει μια ιδέα: «Συνήθως στα social media η τάση είναι ο κόσμος να ακολουθεί τα μηνύματα και τους χρήστες που έχουν την ίδια άποψη με αυτόν και να περιχαρακώνεται στις απόψεις που ήδη έχει. Αυτή η τάση είναι βέβαιο ότι επηρεάζει την ιδέα της “ανοιχτής” κοινωνίας όπως τη γνωρίζουμε, την κινητικότητα και τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ