ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Ο δρόμος της προόδου

ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο στις 15.1.2018 σχετικά με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονισμού 2015/839 περί ειδικών μέτρων για την Ελλάδα αποκάλυψε άγνωστες πτυχές της δημοσιονομικής μας πορείας. Ο παραπάνω κανονισμός, που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2015, αύξησε τη ροή ενωσιακών χρηματοδοτήσεων προς την Ελλάδα κατ’ εξαίρεση από όσα ισχύουν για όλα τα άλλα κράτη-μέλη της Ενωσης, προκειμένου η τελευταία να συμβάλει περισσότερο στην αντιμετώπιση της πρωτοφανούς ελληνικής κρίσης. Οπως παραδέχεται το υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης στο σχετικό από 12.1.2018 ενημερωτικό έγγραφό του, τούτο είχε ως συνέπεια την αύξηση της ρευστότητας την περίοδο 2015-16 κατά περίπου 1,5 δισ. ευρώ, με ισόποση ενίσχυση των δημοσίων εσόδων στο διάστημα αυτό.

Με άλλες λέξεις, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που επιτυγχάνονται οφείλονται κατά ένα μέρος (πέρα από την υπερφορολόγηση) σε έκτακτες ευρωπαϊκές ενισχύσεις, προκειμένου να βοηθηθεί η Ελλάδα να ξεπεράσει τις οδυνηρές επιπτώσεις της Βαρουφακειάδας του πρώτου εξαμήνου του 2015. Και βέβαια τούτο ήταν μόνο ένα μικρό μέρος του συνολικού καθαρού οφέλους από τη συμμετοχή μας στην Ενωση. Ενδεικτικά το 2016 η συνολική χρηματοδότηση από τα ενωσιακά ταμεία προς την Ελλάδα έφθασε τα 5,85 δισ. ευρώ, έναντι ελληνικής συνεισφοράς μόλις 1,73 δισ., δηλαδή έχουμε καθαρή εισροή πόρων 4,12 δισ. ή 2,4% του ΑΕΠ, ενώ το 2014 το αντίστοιχο ποσό είχε ξεπεράσει τα 5 δισ., προσεγγίζοντας το 3% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, η πραγματικότητα αυτή δεν φαίνεται να γίνεται αντιληπτή από την ελληνική κοινή γνώμη, η οποία, αν πιστέψουμε τα στοιχεία του τελευταίου Ευρωβαρόμετρου του φθινοπώρου 2017, είναι η πιο ευρωσκεπτικιστική μεταξύ όλων των κρατών-μελών της Ενωσης. Μόλις το 23% των ερωτωμένων απαντά ότι εμπιστεύεται την Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ το 74% δεν την εμπιστεύεται (στη δεύτερη θέση κατατάσσεται το Ηνωμένο Βασίλειο, με 29% εμπιστοσύνη και 59% δυσπιστία). Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Βουλγαρία η εικόνα είναι σχεδόν αντίστροφη, αφού η εμπιστοσύνη προς την Ενωση ανέρχεται σε 57% και η δυσπιστία σε 29%, ενώ το καθαρό όφελος των γειτόνων από τις δοσοληψίες τους με τα ευρωπαϊκά ταμεία το 2016 (εισροές μείον εκροές) ήταν κάτω από 1,9 δισ. ευρώ, δηλ. λιγότερα από τα μισά της Ελλάδας.

Πέρα από τα όποια ελλείμματα ενημέρωσης, ο ελληνικός ευρωσκεπτικισμός οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι η χώρα μας δοκιμάστηκε με τον πιο σκληρό τρόπο την τελευταία δεκαετία, χάνοντας περίπου το ένα τέταρτο του εθνικού της εισοδήματος, εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και αντίστοιχο αριθμό νέων που μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Ολα αυτά χρεώνονται σε κάποιο βαθμό στη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς άλλωστε στον εγχώριο πολιτικό λόγο ανέκαθεν ευδοκιμούσαν ξενοφοβικές θεωρίες συνωμοσίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι για την ελληνική κρίση ευθύνονται κυρίως η σταδιακή και σχεδόν ανεπαίσθητη απώλεια του παραγωγικού μοντέλου της χώρας τις προηγούμενες δεκαετίες και η αποτυχία των εγχώριων πολιτικών και οικονομικών ελίτ να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν τη μετάβαση από μια οικονομία εντάσεως εργασίας σε μια οικονομία εντάσεως κεφαλαίου και τεχνολογίας, μέσα στο πλαίσιο ενός ολοένα εντεινόμενου παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Η αλήθεια ακόμη είναι ότι η συμμετοχή μας στην πρώτη ταχύτητα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με τεράστιο οικονομικό και εθνικό κόστος. Ο δρόμος της προόδου για ολόκληρη την Ευρώπη δεν είναι η επάνοδος στα παρωχημένα πια εθνικά οχυρά του παρελθόντος, αλλά η προώθηση της ενοποιητικής διαδικασίας, με άρση των ανισορροπιών και των δυσλειτουργιών οι οποίες υφίστανται στο σημερινό ενωσιακό οικοδόμημα και γίνονται πια ευρέως αντιληπτές, όπως καταδεικνύουν οι πρόσφατες μεταρρυθμιστικές προτάσεις Μακρόν, Γιούνκερ κ.ά. Και ο δρόμος της προόδου για την Ελλάδα, μέσα στο πλαίσιο αυτό, είναι η αποδόμηση του πελατειακού συστήματος και η αναδόμηση του κράτους, με ένα πιο ολιγόλογο και σαφέστερο νομοθετικό πλαίσιο, μια πιο επαγγελματική και περισσότερο αξιολογούμενη από τους χρήστες των δημοσίων υπηρεσιών δημόσια διοίκηση και με ταχύτερη και πιο ανεξάρτητη απονομή Δικαιοσύνης. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εκμεταλλευθούμε τις ευκαιρίες που μας παρέχει η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και να αναπτυχθούμε δυναμικά, βγαίνοντας από το σημερινό τέλμα.

* Ο κ. Κώστας Χρυσόγονος είναι ανεξάρτητος ευρωβουλευτής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ