ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επενδυτικό «ναρκοπέδιο» η Ελλάδα

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι «τραυματικές» εμπειρίες όσων ξένων επενδυτών είναι θαρραλέοι ή απλώς ανυποψίαστοι και τολμούν να τοποθετήσουν κεφάλαια στην πραγματική ελληνική οικονομία τείνουν να γίνουν ανέκδοτα στις διεθνείς αγορές. Και δυστυχώς, λειτουργούν ως πρόσθετο αντικίνητρο για την προσέλκυση άμεσων επενδύσεων πέραν της χαμηλής αξιολόγησης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος στις διεθνείς λίστες: όπως του Ease of Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας (διολίσθησε στην 67η θέση από την 61η), του Global Competitiveness Report του World Economic Forum (διολίσθησε στην 87η θέση από την 81η), του ΟΟΣΑ για τα ρυθμιστικά εμπόδια στην ίδρυση επιχειρήσεων (27η σήμερα στις 42 χώρες).

Πέραν των χιλιάδων ανώνυμων επενδύσεων που βαλτώνουν στα γραφεία των κρατικών υπηρεσιών, εμβληματικές επενδύσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως σηματωρός γίνονται μπούμερανγκ: Χαρακτηριστικότερες όλων είναι ίσως το Ελληνικό και ο Αστέρας Βουλιαγμένης. Στην αυγή του 2018, την Τετάρτη 3 Ιανουαρίου, από το γραφείο του υπουργού Επικράτειας Αλέκου Φλαμπουράρη ανακοινώθηκε πανηγυρικά η υπογραφή της Κοινής Υπουργικής Απόφασης (Περιβάλλοντος, Πολιτισμού, Τουρισμού, Οικονομικών) για την έγκριση χωροθέτησης του επενδυτικού σχεδίου αξιοποίησης του Αστέρα Βουλιαγμένης. Χρειάστηκε δηλαδή περισσότερος από ένας χρόνος από το οικονομικό κλείσιμο της συναλλαγής μεταξύ επενδυτή, ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τράπεζας για να μπορέσει η νέα ιδιοκτησία να αρχίσει τα έργα στους περιβάλλοντες χώρους του συγκροτήματος. Και αυτό αφού προηγήθηκαν άλλα τέσσερα χρόνια από την προκήρυξη του διαγωνισμού, τον Ιανουάριο του 2013, και τρία από την ανακήρυξη του προτιμητέου επενδυτή. Ακόμα περισσότερο διαρκεί η περιπέτεια του Ελληνικού, η οποία ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά και πολλών άλλων ιδιωτικοποιήσεων, όπως στην Αφαντου ή στην Κασσιόπη στην Κέρκυρα, και επενδυτικών προτάσεων στο υπουργείο Οικονομίας. Και όμως επενδύσεις όπως αυτές είναι κρίσιμες για να μπορέσει η οικονομία να αναπτυχθεί με υγιείς και όχι αναιμικούς ρυθμούς.

Οι επενδυτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας κατά την επόμενη πενταετία προκειμένου να μπορέσει να αναπτυχθεί με διατηρήσιμο τρόπο υπολογίστηκαν το 2017 από την PricewaterhouseCoopers (PWC) στα 270 δισ. ευρώ. Αλλά οι αδυναμίες της χώρας, συγκυριακές και διαρθρωτικές, όπως τις κατατάσσει η Τράπεζα της Ελλάδος, να προσελκύσει τέτοια κεφάλαια από το εξωτερικό σε συνδυασμό με την απουσία επαρκών κεφαλαίων για μια τέτοιου εύρους χρηματοδότηση από τις ελληνικές τράπεζες καθιστά τις προοπτικές της ανάκαμψης επιεικώς ισχνές.

Με δεδομένο το παραπάνω κενό χρηματοδότησης, η οποιαδήποτε ανάκαμψη τυχόν σημειωθεί θα είναι πιθανότατα κατά 40% ασθενέστερη από ό,τι θα μπορούσε, δείχνει η επεξεργασία στοιχείων από τη διεθνή εμπειρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Αυτά προκύπτουν από την εκτενή μελέτη της PWC για την ελληνική οικονομία, στην οποία υπολογίζεται επίσης πως από το 2009 έως το 2016 οι επενδύσεις ως προς το ΑΕΠ απομακρύνθηκαν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δημιουργώντας ένα διευρυνόμενο επενδυτικό κενό, συνολικά της τάξης των 540 δισ. ευρώ. Υπό το πρίσμα αυτών των μεγεθών καθίσταται σαφές πως οι πανηγυρισμοί για αύξηση των Ξένων Αμεσων Επενδύσεων (ΞΑΕ) το 2016 και 2017, που οφείλονται κυρίως στην ολοκλήρωση κάποιων ιδιωτικοποιήσεων όπως αυτές του ΟΛΠ και των περιφερειακών αεροδρομίων, είναι επιεικώς πρόωροι...

Διαρθρωτικά προβλήματα

Μεταξύ των συγκυριακών παραγόντων που αποθαρρύνουν τις επενδύσεις συχνή αναφορά γίνεται από τους ξένους επενδυτές στην οικονομική αβεβαιότητα και στο έλλειμμα εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, καθώς και στην ανάγκη εδραίωσης πολιτικής σταθερότητας και γεωπολιτικής ασφάλειας, αναφέρει η ΤτΕ σε σχετική εργασία. Ακόμη όμως και αν πιστέψει κάποιος πως αυτές οι παράμετροι έχουν βελτιωθεί οψίμως, παραμένουν τα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα: Κατά την ΤτΕ, όπως και σύσσωμη την επιχειρηματική κοινότητα και τους διεθνείς θεσμούς, αυτά είναι η γραφειοκρατία, η ασάφεια και η αστάθεια του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου, το μη προβλέψιμο φορολογικό σύστημα, καθώς και η ελλιπής προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό με τις καθυστερήσεις στη δικαστική επίλυση των διαφορών. Επιπροσθέτως, δυσλειτουργίες και ακαμψίες στις αγορές εργασίας και προϊόντων καθώς και ανεπάρκεια υλικών και τεχνολογικών υποδομών έχουν καταστήσει την Ελλάδα λιγότερο ελκυστικό προορισμό για ΞΑΕ σε σύγκριση με γειτονικές ή άλλες συγκρίσιμες χώρες της Ζώνης του Ευρώ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ