ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ*

Περί δημοσιογραφίας, δεοντολογίας και δημοκρατίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ προϊούσα αποδυνάμωση των θεσμών πλήγωσε την εγκυρότητα και την αξιοπιστία της διακινούμενης πληροφορίας. Η πληγή αυτή εκκινεί από τους φορείς διακίνησης της πληροφορίας, επαγγελματίες και κατά συνθήκη, και διαχέεται στο κράτος και στην κοινωνία. Θεωρώ υποχρέωση και ευθύνη να αναδειχθούν, όσο ακόμη οι επιπτώσεις αυτές δεν διαρρηγνύουν τη βάση της δημοκρατίας, τα βασικά αξιώματα που συνθέτουν τη λειτουργική σχέση της πληροφορίας με τη δημοκρατία. Διότι τα φαινόμενα των καιρών στην πατρίδα μας είναι εξαιρετικά ανησυχητικά.

Πρώτον, η πληροφορία συνιστά όρο και εγγύηση της δημοκρατίας αλλά και ατομικό δικαίωμα των πολιτών. Χωρίς ενημερωμένους πολίτες, η καθολικότητα και η γνησιότητα της έκφρασης της βούλησης των πολιτών στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία καταντά στην καλύτερη περίπτωση φενάκη, στη χειρότερη ολοκληρωτισμός. Δεν είναι τυχαία η χρήση του όρου «μαντρόσκυλο» της δημοκρατίας που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου συστηματικά αποδίδει στους λειτουργούς του Τύπου.

Δεύτερον, το επίπεδο των εγγυήσεων ελευθερίας δεν είναι το ίδιο για τον Τύπο και για τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Λόγω της φύσης αλλά και της εκ των πραγμάτων περιορισμένης κυκλοφορίας του Τύπου και της εξ αυτής οριοθετημένης επίδρασης που μπορεί να ασκεί στις μάζες, οι λειτουργοί του Τύπου απολαύουν εκ του Συντάγματος μεγαλυτέρων εγγυήσεων στην άσκηση του λειτουργήματός τους έναντι των επαγγελματιών της τηλεόρασης ή του Διαδικτύου, που έχουν σοβαρότερους περιορισμούς.

Τρίτον, η δημόσια ή κρατική τηλεόραση έχει πολύ μεγαλύτερους περιορισμούς σε σχέση με την ιδιωτική. Η ιδιωτική τηλεόραση οφείλει να τηρεί τους κανόνες δεοντολογίας στην ενημέρωση και την ποιοτική στάθμη των προγραμμάτων της. Η δημόσια τηλεόραση έχει απόλυτη υποχρέωση τήρησης του ίσου μέτρου έναντι πολιτικών και κοινωνικών φορέων, χρηστής οικονομικής διαχείρισης των δημόσιων πόρων που αξιοποιεί, αποχής από συνθήκες ιδιωτικού ανταγωνισμού που καταλήγει σε ποιοτική υποβάθμιση και προβολής ειδήσεων και προγραμμάτων, έστω και μη ανταποδοτικών από την άποψη του διαφημιστικού ενδιαφέροντος.

Από την άποψη αυτή, η στάση της ελληνικής δημόσιας τηλεόρασης στο θέμα της προβολής του συγκέντρωσης της Θεσσαλονίκης για το Μακεδονικό ήταν πολλαπλά προβληματική: υποβάθμισε εντελώς το γεγονός το ίδιο, τόσο την ώρα της διενέργειάς του όσο και στα δελτία ειδήσεων, αποδεδειγμένα στρέβλωσε τον όγκο της συγκέντρωσης και, στο τέλος, συνέκρινε τη δική της προβολή με εκείνη των ιδιωτικών μέσων. Oμως, ένα ιδιωτικό μέσο πράττει κατά την ελεύθερη κρίση του με όριο την απαιτούμενη δεοντολογία· ένα δημόσιο μέσο τηρεί υποχρεωτικά και απαρέγκλιτα όλους τους κανόνες, άλλως δεν έχει λόγο ύπαρξης.

Τέταρτον, οι ενώσεις των δημοσιογράφων έχουν καθήκον έναντι της δημοκρατίας και δεν είναι πολιτικοί παράγοντες. Η ομοσπονδία προσωπικού της δημόσιας τηλεόρασης έσπευσε να απαντήσει σε ανακοινώσεις κομμάτων επιβεβαιώνοντας τελικά εκείνο το οποίο επιθυμούσε να διαψεύσει: ότι συζητεί με πολιτικούς όρους την άσκηση της δημοσιογραφίας στο μόνο δημόσιο μέσο πανελλαδικής ηλεκτρονικής προβολής. Στο πλαίσιο αυτό, η Eνωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων, υπεύθυνη για τη συλλογική τήρηση των δημοσιογραφικών κανόνων, απέχει επιδεικτικά. Κι αυτό, ενώ επέδειξε μείζονα σπουδή σε ακριβώς ανάλογες περιπτώσεις, όπως τα ζητήματα που αφορούσαν το δημοψήφισμα του 2015, και ασκεί πειθαρχικές διώξεις εις βάρος επαγγελματιών δημοσιογράφων ιδιωτικών μέσων για μη συμμετοχή σε απεργία του κλάδου, απειλώντας αντισυνταγματικά και εκβιαστικά με δυσανάλογες κυρώσεις, καταργώντας εν τοις πράγμασι την ατομική διάσταση του επαγγελματικού αυτού δικαιώματος.

Ο μεγάλος διανοητής της νεωτερικότητας Τίμοθι Σνάιντερ γράφει ότι εγκαταλείποντας τα γεγονότα εγκαταλείπουμε την ελευθερία. Oπως εξηγεί, εάν τίποτε δεν είναι αληθινό, κανείς δεν μπορεί να επικρίνει την εξουσία, και υποτασσόμαστε στην τυραννία, αφού δεν βλέπουμε διαφορά ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε να ακούσουμε και σε αυτό που ισχύει πραγματικά. Η μετα-αλήθεια συνιστά αναχώρηση της δημοκρατίας και προστάδιο του φασισμού. Και χωρίς ευθυκρισία της δημοσιογραφίας, ιδίως της ηλεκτρονικής, που ασκεί μεγάλη επιρροή χωρίς αντίστοιχη λογοδοσία, το προστάδιο αυτό δεν είναι μακριά.

* Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ