ΜΟΥΣΙΚΗ

Αγγελος της ειρωνείας και διάβολος της κωμωδίας

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Οταν τραγουδούσε ο Μαρκ Ε. Σμιθ, νόμιζες ότι οι λέξεις γεννιούνταν μέσα στο στόμα του, σαν αυγά, που γλιστρούσαν ώς την άκρη της γλώσσας του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Βλέπω τον Μαρκ Ε. Σμιθ, τον τραγουδιστή των Fall, που πέθανε τέλη Ιανουαρίου, σ’ ένα βίντεο από μια συναυλία στο κλαμπ Hacienda, το 1984, να τραγουδά το «Garden», με τη χαρακτηριστική απροσδιόριστη ομίχλη των στίχων του, ένα κράμα από καθαρές και λιγότερο καθαρές φράσεις, φτιαγμένες στις πιο απρεπείς ζώνες της γλώσσας, και ριζωμένες σε μια ακούραστη μελωδία, σαν μια μονότονη γεωλογία που επαναλαμβάνεται πεισματικά, από τον φλοιό στον πυρήνα του τραγουδιού. Αυτό συνέβαινε με κάθε τραγούδι που έγραφε, και έγραψε εκατοντάδες: φαίνεται πως γρήγορα, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, κατάφερε να ξεπεράσει εκείνο το όριο, πέρα από το οποίο, κάθε είδους προσπάθεια σβήνει, για να δώσει τη θέση της σ’ ένα ρεύμα, μέσα στο οποίο όλα δείχνουν πως κυλάνε αβίαστα.

Στην περίπτωση του Μαρκ Ε. Σμιθ, δεν ήταν οι λέξεις που διάλεγε, αλλά η αίσθηση πως οι λέξεις γεννιούνταν μέσα στο στόμα του, σαν αυγά, που γλιστρούσαν ώς την άκρη της γλώσσας του, για να πεταχθούν από το επίσημο λεξικό, στις σελίδες ενός λεξικού που είχε συνταχθεί από κάποιον που προσέγγιζε το γράψιμο δίχως εκπαίδευση, όπως είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του. Δίχως δεσμά, θα προσέθετα, με την ελευθερία που ονειρευόμαστε, αλλά δεν έχουμε, επειδή δεν μας αξίζει, αφού δεν μπορούμε να την υπερασπιστούμε.

Οι Fall ήταν μια ολική μπάντα, ίσως η σπουδαιότερη μπάντα που υπήρξε ποτέ, επειδή είχε την ικανότητα να υπερκαλύπτει, με ανεπιτήδευτη άνεση, την ανάγκη μας για μια βύθιση σε όλες τις τέχνες ταυτόχρονα, την πολιτική, την κοινωνική και την ιδιωτική ζωή, την καθημερινότητα και τη φαντασία –ένα πανόραμα μόνιμης έκπληξης και στατικότητας– δίχως να εξαντλείται ποτέ. Κυρίως, όμως, μας προσέφεραν μια καταβύθιση στη δική τους μουσική, που έμοιαζε «με τους κύκλους της κόλασης. Της αστικής κόλασης, φυσικά, που είναι γεμάτη εφιάλτες», όπως έγραφε ο Καμύ στην «Πτώση», το βιβλίο που έκανε τον Μαρκ Ε. Σμιθ να φτιάξει ένα ροκ εν ρολ συγκρότημα.

Ισως είναι μια πρόωρη διαπίστωση, ωστόσο πιστεύω πως ο θάνατός του δεν άφησε μόνο ένα δυσαναπλήρωτο κενό –όπως συνήθως λέγεται σε ανάλογες περιπτώσεις– αλλά διέλυσε τη μία άκρη της στιχουργικής, έναν χρόνο μετά την κατάρρευση της άλλης: αν ο Λέοναρντ Κοέν –που πέθανε το 2016– ήταν η παραδοχή πως όσο πιο διάφανη είναι η όψη της στιχουργίας τόσο πιο ακατανόητο γίνεται το κέντρο της, στην περίπτωση του Μαρκ Ε. Σμιθ, η στρατηγική ήταν αντίστροφη.

Θυμωμένος και συγκινητικός

Oσο πιο διφορούμενος γινόταν τόσο περισσότερο τα πράγματα ξεκαθάριζαν, όσο πιο θυμωμένος εμφανιζόταν τόσο περισσότερο συγκινητικός ακουγόταν, όσο πιο πολύ ενισχυόταν η δύστροπη συμπεριφορά του τόσο πιο τρυφερός επέστρεφε στα τραγούδια του –μια αναποδογυρισμένη τρυφερότητα ενδεχομένως– σαν μια αγκαλιά που προσπαθούσε να μας προστατεύσει από τον τελικό τρόμο. Τα τραγούδια του ήταν μια επαναφορά στην πραγματικότητα, σε μια πραγματικότητα, όμως, που έχει σπάσει σε χιλιάδες εικόνες, οι οποίες δεν μπορούν να ενωθούν παρά στις πιο μύχιες πλευρές της ζωής τού καθενός.

Υπάρχει μια ιστορία που μου είπε κάποτε ένας φίλος, την οποία δεν μπορώ να επιβεβαιώσω: κάποιο χειμώνα, ένας γνωστός του είχε πάει στο διαμέρισμα του Μαρκ Ε. Σμιθ, στο Μάντσεστερ. Μπαίνοντας στο καθιστικό, το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν η δισκοθήκη του. Βρισκόταν δίπλα στο καλοριφέρ και οι δίσκοι που ακουμπούσαν στο αναμμένο σώμα, είχαν λιώσει ο ένας πάνω στον άλλον, είχαν γίνει πολτός. Eνας μεγάλος ενιαίος δίσκος. Κάπως έτσι ακούγονται τα τραγούδια των Fall. Σαν μια αργή τήξη που σβήνει όλες τις επιμέρους μουσικές επιρροές, σαν ένα υγρό που είναι δύσκολο ν’ ανιχνεύσουμε τα συστατικά του.

Για το τέλος, μια παράξενη συγκυρία. Από τις αρχές Δεκεμβρίου, ύστερα από αρκετά χρόνια, άκουγα καθημερινά τη δισκογραφία των Fall, από τo «Slates» (1981) ώς το «Extricate» (1990), με αποτέλεσμα τώρα που γράφονται όλα τούτα τα κείμενα στον Tύπο, με αφορμή τον θάνατο του Μαρκ Ε. Σμιθ, έχω την αίσθηση πως μια απρόσκλητη παρέα έχει επισκεφθεί το σπίτι μου, ενώ, παράλληλα, νιώθω την ψευδή χαρά πως επιτέλους έχω συντονιστεί με τον υπόλοιπο κόσμο, με την πραγματικότητα. Στον βαθμό βέβαια που η πραγματικότητα είναι μια πτώση δίχως τέλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ