Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Ωρα να πάρουμε θέση εδώ και τώρα για το συνάμφω

Κύριε διευθυντά
Στο κυριακάτικο φύλλο της 21/1/2018, ο λόγιος συνεργάτης σου Παντελής Μπουκάλας κρίνει κάποια γραπτά και προφορικά μου. Οσα του, βεβαίως, είναι για την ψυχογραφική και κακόχαρτον κατεδάφισή μου, αυτά του, είναι αναμφισβήτητα προνόμια του. Επειδή όμως μάς παρακινείτε να είμαστε σύντομοι ως αντικρυστοί, θα μείνω στα εξής της τεχνοτροπίας:

• Γι’ αυτό το λάβαρο «συναμφότερον» ή και «συνάμφω», που το πρωτολάλησα γραπτοπροφορικώς, μετά από την πολιτικογλωσσική μου προσφυγιά στη Γαλλία 1967-1974. Λοιπόν: στο βιβλίο μου «’ξηγητάρια» (εκδ. Αρμός, 2016), ο συνάδελφος Ιωάννης Καζάζης, ομότιμος καθηγητής κλασικής φιλολογίας του ΑΠΘ και Πρόεδρος του «Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας», γράφει τον πρόλογο. Συμπεραίνει, προς το τέλος, ότι «…παράγει (δηλ. ο Κ. Ζ.) το νέο νόημα των καινοφανών συνηχήσεων, παίζων άμα και σπουδάζων. Συνάμφω.». Ετσι. Ετσι κι επειδή το, «συνάμφω» του Ιω. Καζάζη, έρχεται αμέσως μετά από τις δύο ενεργητικές του μετοχές, εκεί, πώς έχει το «συνάμφω» του; Επίθετο, επίρρημα; Μήπως επιφώνημα σχετλιαστικό, σκωπτικό, πραγματολογικό; Μήπως οι δύο μετοχές, μέσα από την καλλίλογη ακρίβεια του Ιω. Καζάζη κρυπτοτρέπονται σε ουσιαστικά; ή και, ως έχουν, έχουν κατόπιν το «συνάμφω» τους, όπως πρέπει;
• «Και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια». Στη μελέτη μου για τον Σεφέρη «Τα συμφωνημένα υπονοούμενα» (εκδ. Αρμός, 2001), μελετώ τις Δοκιμές του. Εκεί ο Γ. Σεφέρης («Διάλογος πάνω στην ποίηση», «Μονόλογος πάνω στην ποίηση», «Το τέλος ενός διαλόγου», και στις σελ. 86, 106, 161-162, εκδ. Ικαρος), κοροϊδεύει τρυφερά τον «νεοκαντιανό» γαμπρό του Κ. Τσάτσο, διότι, ενώπιον αυτού του αριστουργηματικού δημοτικού στίχου, ο Κ. Τσάτσος καταλαβαίνει την τύφλα του – κατά τον Γ. Σεφέρη. Ο Σεφέρης φτάνει μέχρι του εξής: του Κωνσταντίνου Τσάτσου –προσοχή– η «...έλλογη νοηματική αλληλουχία... είναι κριτήριο ανάμεσα σ’ ένα κείμενο γραπτό και μία καρέκλα»!!! Αρα, αν το σύστημα «βοριάς ο δροσερός», ναι-όχι, «διαθέτει» τα ιστιοφόρα του δημοτικού τραγουδιού ή αν το σύστημα «καράβια ιστιοφόρα» «διαθέτει» ή όχι τον «βοριά», ο οποίος ή θα τα κινήσει ή θα τα βουλιάξει, ναι, όλη αυτή η «...έλλογη νοηματική αλληλουχία» τού Κ. Τσάτσου ταιριάζει εντελώς με την επιστημονική αντίκρουση του «στεατοπυγικού» και-όχι «υποσυστήματος»... που όπως επισημαίνει ο συνεργάτης σου, επί τόσα τέρμενα δεν λέω να την καταλάβω. Ισως, διότι η επιστημονική αυτή εμβρίθεια, με παραπέμπει κατά τον ορθόν λόγον τού Γ. Σεφέρη, στην «...έλλογη νοηματική αλληλουχία» ανάμεσα στην «καρέκλα», που με αντικρούει και το εμόν «στεατοπυγικόν υποσύστημα»... που επιμένει...
• Το αυτό και για το π.χ. «Ολος ην εν τοις κάτω και των άνω ουδόλως απήν ο απερίγραπτος Λόγος». Και ην και απήν... και τοις κάτω και των άνω; «Ολος»; Ούτε βρε, ο μισός, τουλάχιστον; «Δεν διαθέτει, δυστυχώς ο ανθρώπινος οργανισμός», όπως γράφει ο λογογράφος σου, τέτοια κατάσταση, που πάει προς το άνω-κάτω, ην και απήν; Ισως. Αλλά αν επικρατούσε η μονοφυσίτικη επιστημοσύνη τού «δεν διαθέτει... στεατοπυγικόν» ή ούτε «ην» ούτε «απήν», ούτε «Ολος», τότε θα είχαμε αρκεσθεί στην έλλογη καρέκλα και δεν θα είχαμε ποτέ αυτόν τον υπέρλογον Καλλίλογον της παγκόσμιας γραμματείας.
Και όπως μας καινογραφεί η νέα «εγκεφαλογνωστική» επιστήμη, ο, η άνθρωπος και εγκέφαλος (του), θα είχαν παραμείνει μόνον στα καρεκλοπόδαρα τα μονοφυσίτικα, που «υπάρχουν». Ευτυχώς όμως ο άνθρωπος «διαθέτει» κι αυτά που «δεν διαθέτει». Διότι τα πλάθει-πλάσματα κι ονειροφαντασία. Ετσι λέει η καινοφανής αυτή επιστήμη. «Rêvasserie». Δηλαδή, έχει τον «κεκρύφαλον του τρόπου κατ’ έλλειψιν», ή του τρόπου «ελλείψει», εκεί, στον εγκέφαλό μας. «RMD», γαλλιστί (στην πρώτη μου επιστημονική γλώσσα). Ο εστί μεθερμηνευόμενον: «réseau du mode par défaut». Αυτό επέτρεψε την ανάπτυξη της επιστήμης και της καλλιτεχνίας: το κατ’ έλλειψιν στον εγκέφαλο, που ποιεί, που ευποιεί. Το «ελλείψει», που υπάρχει ενώ δεν υπάρχει. Και δημιουργεί, και φιλοκαλεί. Γι’ αυτό και θα συνεχίσω το συνάμφω τού ην και απήν και παρήν, «ως ευνοίας έχοι» (μοι). Και το στεατοπυγικόν συνάμφω.

ΥΓ.: Παλαιομακεδονομάχος παρακαλώ. Τα κόκκαλα των συγγενών μου Βραχασωτών Κρητών τα ιερά, πολέμησαν εκεί. Αν και, όπως ελέγχει ο επιστημολόγος σου, πού το βρήκε αυτό επιστημονικά, ο Δ. Σολωμός, ότι από τα κόκκαλά μας στο Βραχάσι, είναι «βγαλμένη» η Λευτεριά και πήγε και λιμνοσφάχτηκε στον Βάλτο;

Κώστας Γ. ΖουρΑρις

Απάντηση:
Η επιστολή του τέως υφυπουργού αυτοσχολιάζεται, και μάλιστα δριμύτατα. Οτιδήποτε δικό μου περιττεύει.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Μετρώντας τ’ αποτσίγαρα...

Κύριε διευθυντά

Σε σχέση με το άρθρο «Ενας Δον Κιχώτης για τον αντικαπνιστικό νόμο» και τη μοναχική προσπάθεια του κ. Μυλωνά να κινητοποιήσει ακόμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αφού οι ελληνικές αρχές δεν επαρκούν για την εφαρμογή του, θα ήθελα να πω μερικές σκέψεις.
Κανένας νόμος και κανένα πρόστιμο δεν μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκέπτεται μια κοινωνία, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ούτε και να επιβάλει ουσιαστικά έναν νέο τρόπο ζωής με καταναγκασμό, χωρίς να υπάρχει πρόσφορο έδαφος.

Γιατί το να επιλέγει κάποιος να καπνίζει ή μάλλον το να παρασύρεται στο κάπνισμα γνωρίζοντας τις βλαπτικές του συνέπειες, είναι ο τρόπος ζωής του, αφορά ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του, μια από τις αδυναμίες ή πάθη του, μια κοσμοθεωρία που για να αλλάξει, δυστυχώς ή θα πρέπει να περάσει πρώτα την πόρτα του νοσοκομείου ή, ει δυνατόν, να το επιλέξει με ελεύθερη βούληση.

Μα πώς να πεισθεί ένας καπνιστής να εγκαταλείψει το πάθος του όταν σε κάθε αναποδιά ή συναισθηματική φόρτιση αφήνεται ακόμα πιο πολύ σε αυτό και καμία λογική δύναμη δεν μπορεί να τον σταματήσει. Τόσες διαφημιστικές καμπάνιες δεν το κατάφεραν.

Ο νόμος που ψηφίστηκε ήδη από το 2010 μόνο την ειρωνεία των καπνιστών προκάλεσε. Ο σεβασμός για τους μη καπνιστές θεωρείται γραφικός. Τα σβησμένα αποτσίγαρα κυριαρχούν σε όλους τους δημόσιους χώρους. Τι άλλο να επιστρατεύσει κανείς, όχι για να επιβάλει μιαν αντίληψη, μα για να την επιλέξει αβίαστα αυτός που φθείρεται καθημερινά σωματικά, αλλά και ψυχικά, ως εξαρτώμενο άτομο...

Μόνον η επίγνωση όλων αυτών –και η αίσθηση ότι ποτέ δεν είναι αργά να απελευθερωθεί κανείς εκούσια από οποιαδήποτε δεσμά και να σταθεί στα πόδια του– μπορεί να βοηθήσει...

Μαρια Σπανουδακη
Μαρούσι

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ