ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΟΚΟΠΑΚΗΣ*

Τι λένε οι αριθμοί για την καθαρή έξοδο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​επιλογή του τρόπου εξασφάλισης της Ελλάδας κατά την πρώτη «μεταμνημονιακή» περίοδο δεν έχει αναλυθεί οικονομικά. Ο κ. Δραγασάκης, σε πρόσφατη συνέντευξή του (ΕΦΣΥΝ), αναφέρει πως «προληπτική γραμμή στήριξης προσθέτει κόστος», ο δε κ. Τσακαλώτος στο Reuters σημείωσε ότι «δεν υπάρχει λόγος να καταφύγουμε στην προληπτική γραμμή στήριξης».

Oλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί κυβερνητικών στελεχών παραμένουν χωρίς ανασκευή από την ευρωπαϊστική αντιπολίτευση. Μια προσέγγιση των εναλλακτικών επιλογών (δημιουργία ταμειακών διαθεσίμων και ενός σεναρίου με προληπτική γραμμή στήριξης, άμεσα συγκρίσιμου με το cash buffer) παρουσιάζεται στον σχετικό πίνακα. Η σύγκριση είναι συντριπτική: με το «μαξιλάρι» αυξάνεται το ακαθάριστο χρέος κατά περισσότερο από 11% του σημερινού ΑΕΠ, έναντι της προληπτικής γραμμής, ενώ το κόστος εξυπηρέτησής του (ετήσιοι τόκοι) αυξάνεται κατά 700 εκατ. ευρώ – περισσότερο από 0,4% του ΑΕΠ, αναλίσκοντας μεγάλο μέρος των υποχρεωτικών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Για τους υπολογισμούς αυτούς χρησιμοποιήθηκαν τα τελευταία πιστοποιημένα στοιχεία χρέους (δελτίο εκτέλεσης προϋπολογισμού Νοεμβρίου 2017), στην πρώτη στήλη του πίνακα. Οι τόκοι της δεύτερης στήλης είναι οι καταβληθέντες μέχρι τον Νοέμβριο, με αναγωγή σε ετήσια βάση. Στο στήλη «Καθαρή Εξοδος» παρουσιάζεται το κυβερνητικό σενάριο με «μαξιλάρι» 10,2 δισ. ευρώ από τον ESM και 9 δισ. από έκδοση ομολόγων. Οι τόκοι υπολογίσθηκαν με υπόθεση μέσου επιτοκίου 3,5% από τις αγορές για τα 9 δισ. Ως σενάριο πολιτικής με την πιστοληπτική γραμμή, επιλέγεται αυτό που καταλήγει στο ίδιο ακριβώς ύψος δανείων από τους θεσμούς (για να είναι οικονομικώς «αδιάφοροι»), με τη διαφορά πως οι πόροι χρησιμοποιούνται για την αντικατάσταση ισόποσου ακριβού βραχυπρόθεσμου δανεισμού.

Οι διαφορές

Στις δύο τελευταίες στήλες παρουσιάζεται η διαφορά των δύο πολιτικών. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς του κ. Δραγασάκη, η αύξηση των ταμειακών διαθεσίμων προσθέτει κόστος, ενώ η πιστοληπτική γραμμή αφαιρεί (αντικατάσταση ακριβών repos με φθηνό δανεισμό ESM). Υπάρχουν τελικά πολλοί λόγοι για να καταφύγει η χώρα στην προληπτική γραμμή στήριξης: πέρα από την αποφυγή της αύξησης του χρέους και της εξυπηρέτησής του, σε μια περίοδο που πασχίζουμε να το μειώσουμε, η επιστροφή 10 δισ. ευρώ στους φορείς του Δημοσίου (με την εξόφληση των repos) θα είναι μια σημαντική ένεση ρευστότητας στην οικονομία.

Η εξόφληση των repos ανανεώνει ισόποσα το «μαξιλάρι» του εσωτερικού δανεισμού σε περίπτωση ανάγκης, προσθέτοντας ασφάλεια στη δημοσιονομική διαχείριση. Τέλος, οι αδιάθετοι πόροι του μνημονίου (περίπου 27 δισ. ή 29 δισ. εάν προστεθεί η επιστροφή των 2 δισ. ομολόγων της Εθνικής Τράπεζας) επαρκούν για το τραπεζικό «μαξιλάρι» 10 δισ. που απαιτεί το ΔΝΤ και για πιστοληπτική γραμμή 17-19 δισ. ευρώ.

Τα σενάρια είναι μετριοπαθή. Οι ετήσιοι τόκοι που χρησιμοποιούνται είναι υποτιμημένοι (λόγω αύξησης των repos και του δανεισμού μεταξύ Ιανουαρίου και Νοεμβρίου 2017). Επίσης, δεν συμπεριλαμβάνεται η αύξηση των τόκων που προέκυψε ως αποτέλεσμα του swap του Δεκεμβρίου (περίπου 300 εκατ. ευρώ ετησίως). Ολες οι άλλες παράμετροι που σχετίζονται με τη διαχείριση των δημοσιονομικών και του χρέους είναι ταυτόσημες. Η κυβέρνηση οφείλει να δείξει άμεσα και πειστικά πώς η πολιτική επιλογή της αντισταθμίζει το αδιαμφισβήτητο κόστος που αναλαμβάνει. Διαφορετικά, όλη η φιλολογία περί «μαξιλαριού» και ταμειακών διαθεσίμων είναι είτε κατ’ εντολήν των δανειστών είτε απλώς επικοινωνιακή διαχείριση με στόχο τη μακροημέρευση ενός αχρείαστου αντιμνημονιασμού.

Το ευρύτερο πλαίσιο

Τον Αύγουστο ολοκληρώνεται επιτυχώς το μνημόνιο Τσίπρα – επιτυχώς για τους εταίρους μας, που δεν θα χρειαστεί να ζητήσουν εκ νέου χρήματα για την Ελλάδα από τα κοινοβούλιά τους. Το ότι το τρίτο θα ήταν και το τελευταίο μνημόνιο ήταν προδιαγεγραμμένο από τον Ιούλιο του 2015. Γενναιόδωρη χρηματοδότηση (περισσεύουν 27 δισ. ευρώ χωρίς συμμετοχή ΔΝΤ) με παράλληλη απαίτηση θηριωδών πλεονασμάτων, αυτόματων μηχανισμών, με υπερταμείο, αλλά και πρόβλεψη για «μαξιλάρι» εξόδου με δανειακούς πόρους. Η φιλοσοφία καθαρή: πλήρης συμμόρφωση ή πηγαίνετε στο καλό.

Η κυβέρνηση συμμορφώθηκε πλήρως. Πλησιάζοντας το τέλος του προγράμματος, επιχειρεί μια κυνική αντιστροφή της πραγματικότητας, παρουσιάζοντας το αναγκαίο ως αποτέλεσμα των διαχειριστικών της επιτευγμάτων.

Η κυβέρνηση επαγγέλλεται την καθαρή έξοδο έναντι της προληπτικής γραμμής πίστωσης με ανυπόστατα επιχειρήματα. Το αντιμνημονιακό επιχείρημα της κυβέρνησης είναι η ανάκτηση του ελέγχου του προϋπολογισμού – τον οποίο έχει παραδώσει στους δανειστές! Η κοινωνία πρέπει να έχει μπροστά της το μεταμνημονιακό πρόγραμμα, το οποίο αξιόπιστα όχι μόνο πρέπει να εγγυάται τη ραγδαία ανάπτυξη, αλλά και να αντισταθμίζει το πρόσθετο κόστος της καθαρής εξόδου. Μετά το Πάσχα, υπόσχεται ο υπουργός Οικονομικών. Μέχρι τότε πορευόμαστε με τα φληναφήματα περί «κοινωνικής οικονομίας» και την παταγώδη αποτυχία στις ιδιωτικοποιήσεις. Η κυβέρνηση οδηγεί νύχτα την νταλίκα της οικονομίας με το σύστημα Μπράιγ.

Η ευρωπαϊστική αντιπολίτευση περιορίζεται σε καταγγελία: η καθαρή έξοδος δεν θα είναι καθαρή. Για τη διακύβευση των επόμενων έξι μηνών, τίποτε. Δεν θέλει να αντιπαρατεθεί στο «αντιμνημονιακό αίσθημα» των πολιτών, άγεται από την επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης – προσδοκά απλώς να κληρονομήσει το κράτος. Αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη η κοινωνία είναι η ελάφρυνση των επιπτώσεων τερματισμού του προγράμματος και η απομάκρυνση των αβεβαιοτήτων. Η Ελλάδα σήμερα χρειάζεται την ασφάλεια όχι ενός λογαριασμού για τον οποίο πρέπει να ματώσει παραπάνω, αλλά της έμπρακτης υποστήριξης των εταίρων.

Αυτό σημαίνει την παροχή πιστοληπτικής γραμμής από τον ESM και ανάλωση στον μέγιστο δυνατό βαθμό των περισσευμάτων του μνημονίου Τσίπρα για την αντικατάσταση του βραχυπρόθεσμου δανεισμού με μακροπρόθεσμο, ώστε να μειωθούν οι ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους. Εκτός της ανάσας στους πολίτες, παρέχεται μια ένεση ρευστότητας στην οικονομία, με προφανείς θετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Με τη σειρά τους αυτά σημαίνουν ένα επόμενο μνημόνιο. Ας ζυγίσουν οι πολιτικές δυνάμεις τα υπέρ και τα κατά, ας τα παρουσιάσουν στην κοινωνία και ας αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους. Η προδιαγραφή του μεταμνημονιακού πλαισίου δεν μπορεί να περιμένει.

* Ο κ. Γιώργος Προκοπάκης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ