ΚΟΣΜΟΣ

Τρεις περιπέτειες, τρεις αφηγήσεις «ονειροπόλων»

Υποστηρικτές των «ονειροπόλων», εκείνων που έφτασαν στις ΗΠΑ ως μετανάστες και πρόσφυγες σε πολύ μικρή ηλικία, σε μία από τις δεκάδες πορείες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Παρότι ο πρόσφατος πυρετός του αμερικανικού πολιτικού διαλόγου με το μεταναστευτικό έφερε τους «ονειροπόλους» στα φώτα της δημοσιότητας, τα τέσσερα εκατομμύρια μεταναστών χωρίς έγγραφα ζούσαν για αρκετά χρόνια στα παρασκήνια των μεγάλων πόλεων των ΗΠΑ. Από τις φάρμες που τροφοδοτούν τα πολυσύχναστα εστιατόρια του Μανχάταν μέχρι τα τεράστια εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας του Μπρούκλιν, οι παράνομοι μετανάστες αποτελούν γρανάζια της τοπικής οικονομίας της Νέας Υόρκης, καλύπτοντας θέσεις εργασίας που σπάνια προσελκύουν Αμερικανούς πολίτες. Μάλιστα, ο πρώην δήμαρχος της μεγαλούπολης Μάικλ Μπλούμπεργκ είχε κάποτε αναφέρει πως, «παρά το γεγονός πως οι παράνομοι μετανάστες παραβίασαν τον νόμο διασχίζοντας παράτυπα τα σύνορα, η οικονομία της πόλης μας θα ήταν απλώς ένα κέλυφος του εαυτού της αν δεν είχαν έρθει και σίγουρα θα κατέρρεε σε περίπτωση που τους απελάσουμε».

Ο Ροντρίγκο

Η συνεισφορά των «ονειροπόλων» στην αμερικανική οικονομία είναι σχεδόν πάντα ζήτημα επιβίωσης για τους ίδιους, έχει όμως αμέτρητες προκλήσεις και κινδύνους. Ο Ροντρίγκο, ο οποίος μετανάστευσε στα 17 του από το Ελ Σαλβαδόρ για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του, δούλευε επί μία δεκαετία σε οικοδομές για περίπου 15 ώρες την ημέρα, με μισθούς αρκετά χαμηλότερους από το σύνηθες. «Οι συνθήκες εργασίας ήταν εξαιρετικά δύσκολες, και πολλές φορές συνειδητοποιούσα πως δεν υπήρχαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την ασφάλειά μας», αναφέρει στην «Κ», προσθέτοντας μάλιστα πως η παραμικρή νύξη από τους εργαζομένους αντιμετωπιζόταν με απειλές για παράδοση στις Αρχές από τους εργοδότες. «Οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν ευχαριστημένοι που βγάζαμε το ψωμί μας και μερικά χρήματα για τις οικογένειές μας».

Η Γιν

Σε πολλές περιπτώσεις, η καθημερινότητα των «ονειροπόλων» στις μεγαλουπόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών είναι γεμάτες με αντιφατικές εικόνες. Η Γιν από τη Μιανμάρ μοιράζεται μια μικρή γκαρσονιέρα σε εργατική πολυκατοικία του Κουίνς μαζί με τέσσερις συγκατοίκους, ωστόσο κάθε μέρα διασχίζει το ποτάμι με το νεοϋορκέζικο μετρό για να φτάσει στην κοσμική συνοικία του Απερ Ιστ Σάιντ, όπου εργάζεται σε σαλόνι ομορφιάς. «Η ζωή μας στη Νέα Υόρκη έχει μια δόση σουρεαλισμού, καθώς το πρωί συναναστρεφόμαστε με τους πλουσιότερους του κόσμου, ενώ το βράδυ επιστρέφουμε στις φτωχότερες γειτονιές της πόλης, συνοικίες γεμάτες μετανάστες δίχως χαρτιά».

Η Τζέσικα

Υπάρχουν, βέβαια, και πολλές περιπτώσεις «ονειροπόλων» που ξέφυγαν από την παγίδα της φτώχειας ή των κατώτερων οικονομικών στρωμάτων, αποδεικνύοντας τη δυνατότητα ανοδικής κινητικότητας της αμερικανικής κοινωνίας. Η Τζέσικα Λι έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες από την Κορέα όταν ήταν μόλις 12 ετών, και έπειτα από χρόνια προσπάθειας και πολυετείς σπουδές με υποτροφία έφτασε πλέον να είναι ιδρύτρια και πρόεδρος της BiteSize, μιας από τις πιο επιτυχημένες startup εταιρείες στην Καλιφόρνια. «Οι μετανάστες δίχως χαρτιά είμαστε συνηθισμένοι να ξεπερνάμε εμπόδια και να ορίζουμε τις δικές μας λύσεις», δήλωσε η Τζέσικα, προσθέτοντας με χαμόγελο «άρα αντιλαμβάνεστε πως είμαστε εξαιρετικά προετοιμασμένοι στο να ιδρύουμε και να “τρέχουμε” επιχειρήσεις».

Το αμερικανικό όνειρο και η πραγματικότητα

Στα πολλά χρόνια παραμονής τους στις ΗΠΑ, οι «ονειροπόλοι» σίγουρα δεν ονειρεύτηκαν ποτέ πως θα καταλάμβαναν πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό προσκήνιο της χώρας. Κι όμως, καθώς το μεταναστευτικό έχει μονοπωλήσει τον αμερικανικό δημόσιο διάλογο κατά την προεδρία Τραμπ, οι ανήσυχοι «Dreamers» αποτελούν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος και των δύο μεγάλων κομμάτων, τα οποία αδυνατούν να έρθουν σε συμφωνία σχετικά με την τύχη τους. Το κόμμα των Δημοκρατικών έχει θέσει κόκκινη γραμμή στο ζήτημα της προστασίας των παράνομων μεταναστών που έφτασαν στις ΗΠΑ ως ανήλικοι, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί, υπό την καθοδήγηση του Ντόναλντ Τραμπ, αντεπιτίθενται λέγοντας πως θα παραχωρήσουν άσυλο στους «ονειροπόλους» μόνο υπό την προϋπόθεση συμφωνίας για την κατασκευή του τείχους στα σύνορα με το Μεξικό. Οσο οι έντονες διαπραγματεύσεις συνεχίζονται δίχως ελπίδα για συμβιβασμό, η Ουάσιγκτον φοβάται μια ακόμη αναστολή του ομοσπονδιακού κράτους αν δεν συμφωνήσουν τα κόμματα μέχρι την ψήφιση του προϋπολογισμού στα τέλη Μαρτίου.

Οι «ονειροπόλοι», ωστόσο, αντιμετωπίζουν πιο επείγουσες ανησυχίες. Την επόμενη εβδομάδα λήγει η προθεσμία του νομοσχεδίου του Ομπάμα που τους επιτρέπει προσωρινή παραμονή και άδεια εργασίας και σπουδών στη χώρα. Ηδη από τις αρχές Φεβρουαρίου, οι μεταναστευτικές αρχές έστειλαν μαζικά ειδοποιήσεις σε επιχειρήσεις της Βόρειας Καλιφόρνιας, με τις οποίες απαιτούσαν από αυτές να αποδείξουν ότι οι υπάλληλοί τους έχουν νόμιμη άδεια ώστε να εργάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μόλις χθες, μάλιστα, η αστυνομία φυλάκισε δεκάδες παράνομους μετανάστες στην πόλη του Οκλαντ, μεταξύ των οποίων και ο Αρμάντο Νούνεζ Σαλγκάδο, ο οποίος έφτασε στις ΗΠΑ στην ηλικία των τεσσάρων ετών.

Ωστόσο, χάρη στη δικαστική εξουσία οι «ονειροπόλοι» μπορούν να διατηρήσουν προσωρινά τις ελπίδες τους. Λίγες ώρες μετά τη σύλληψη του Σαλγκάδο, το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ αρνήθηκε να επανεξετάσει τη νομιμότητα του προεδρικού διατάγματος υπό την καθοδήγηση της διοίκησης του Τραμπ, αφήνοντας έτσι σε ισχύ την προηγούμενη απόφαση που απαγορεύει από τον πρόεδρο να τερματίσει το πρόγραμμα αναστολής δράσης για παιδικές αφίξεις. Παρότι η τελική έκβαση της υπόθεσης των «ονειροπόλων» είναι αβέβαιη, προς το παρόν το αμερικανικό τους όνειρο παραμένει πραγματικότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ