Matter Of class

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει συχνά δεχθεί κριτικές ότι δεν αναπτύσσει την κριτική σκέψη, παρουσιάζει μόνο τα προφανή γεγονότα, δεν παρουσιάζει σε βάθος αναλύσεις, με αποτέλεσμα οι φοιτητές να αποστηθίζουν θεωρίες τις οποίες πολλές φορές δεν τις κατανοούν και δεν τους χρησιμεύουν στη ζωή. Η οικονομική ανισότητα θεωρείται ένα από τα σημαντικά σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα, που ταλανίζει και τη χώρα μας. Είναι συχνή η πολιτική εκμετάλλευση των οικονομικά αδυνάτων πολιτών, κυρίως από τα κόμματα, τα οποία  παρουσιάζουν τα επιφανειακά αίτια της οικονομικής ανισότητας,  ενώ αποκρύπτουν τα μη προφανή αίτια. Ο ρόλος της εκπαίδευσης σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ σημαντικός στην αποκάλυψη των μη προφανών αιτιών, που μπορούν να οδηγήσουν στη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων. Όσο πιο εκπαιδευμένη είναι μια κοινωνία για  τα πραγματικά αίτια της οικονομικής ανισότητας τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα υπάρχει, να καταπολεμηθεί επιτυχώς και να μειωθεί η υποκριτική εκμετάλλευση της ανισότητας για κομματικά οφέλη.  Παρακάτω παρουσιάζονται μια ανάλυση και τα μη προφανή αίτια της οικονομικής ανισότητας της χώρας μας.

Η κοινωνία οργανώνεται σε ομάδες για να βελτιώσει την κοινωνική και οικονομική θέση των μελών της. Η ατομική εκπαίδευση και πρόοδος των μελών των ομάδων, έχει στόχο την παραγωγή βέλτιστων προϊόντων και υπηρεσιών επιτυγχάνοντας ικανοποίηση των πελατών τους. Αυτό  θα έχει ως αποτέλεσμα τη συνολική πρόοδο της κοινωνίας και της οικονομίας και είναι ηθικά, οικονομικά και κοινωνικά αποδεκτή. Εάν όλες οι ομάδες επιδιώκουν την πρόοδό τους μέσω της αυτό-βελτίωσης τους, τότε κάθε ομάδα θα συμβάλει στην ευημερία της χώρας και στην αύξηση της «πίτας» (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, ΑΕΠ). Λέγοντας ομάδες  εννοούμε τα καρτέλ επιχειρήσεων, μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις, οργανώσεις επιχειρηματιών, επαγγελματικές οργανώσεις, προμηθευτές ή εργολάβοι του δημοσίου, εργατικά σωματεία, δημόσιο-υπαλληλικά σωματεία, συντεχνίες και άλλες μορφές οργανώσεων και λόμπι (ομάδες συμφερόντων).

Οι ομάδες συμφερόντων με λίγα μέλη είναι καλύτερα οργανωμένες και πολύ δυνατές, παρά το μέγεθός τους, επειδή  το όφελος ανά μέλος, από όποια διεκδίκηση, θα είναι πολύ μεγάλο, καθόσον μοιράζεται σε λίγα άτομα. Έτσι τα μέλη τους έχουν ισχυρό κίνητρο ακόμα και να υποβληθούν σε σημαντικό κόστος-θυσίες για να πετύχουν το στόχο τους, αφού το όφελος που θα λάβουν θα υπερκαλύψει το κόστος τους.

Αντίθετα  μεγάλες ομάδες όπως οι άνεργοι, οι χαμηλού εισοδήματος, οι φορολογούμενοι κ.λπ., ότι κέρδος και εάν πετύχουν, θα πρέπει να μοιραστεί σε περισσότερα   μέλη με  πολύ μικρό όφελος. Οπότε οι ομάδες αυτές δεν έχουν κίνητρο να δράσουν για να πετύχουν στόχους ή να αποτρέψουν να τις εκμεταλλευτούν άλλες ισχυρές ομάδες.

Πολλές φορές έχουμε εκτροπή της δράσης των ομάδων ειδικών συμφερόντων από τον ορθό τους ρόλο, και τη μετατροπή τους σε ομάδες πίεσης για την απόκτηση προνομίων και εισοδημάτων χωρίς κόπο, σε βάρος των μεγάλων μη οργανωμένων ομάδων. Δηλαδή αντί να συμβάλλουν στην αύξηση της «πίτας» παίρνουν μερίδιο από την «πίτα» των ομάδων που δεν μπορούν να οργανωθούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ρόλος των ομάδων ειδικών συμφερόντων γίνεται επιζήμιος στην οικονομική μεγέθυνση, στην πλήρη απασχόληση, στη συνετή διακυβέρνηση, στις ίσες ευκαιρίες και στην κοινωνική κινητικότητα, δηλαδή δημιουργούν οικονομική ανισότητα και κοινωνική αδικία. Για να πετύχουν τέτοιους στόχους πρέπει να δημιουργήσουν σχέσεις παρασκηνιακής διαπλοκής με τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Συγκεκριμένες ομάδες πιέζουν για να διεκδικήσουν ολοένα και περισσότερα από  τα δημόσια αγαθά, δηλαδή τα χρήματα που πληρώνουν οι φορολογούμενοι μέσω των φόρων.  Αυτό δημιουργεί αύξηση δημόσιων δαπανών με αποτέλεσμα να πρέπει να αυξάνονται οι φόροι για να καλύπτονται οι  υπερβολικές δημόσιες δαπάνες  που οι ομάδες αυτές επιτυγχάνουν εις βάρος των ανυποψίαστων μεγάλων ομάδων (χαμηλού εισοδήματος, φορολογούμενοι, άνεργοι κ.λπ).

Ομάδες συμφερόντων και ανισότητα

Οι φόροι και οι εισφορές   «εξανεμίζουν» το 43,4% του μισθού στην Ελλάδα έναντι του 26,9% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Οι οικογένειες με παιδιά φορολογούνται κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από τους φορολογούμενους χωρίς παιδιά. Ενώ στις χώρες του ΟΟΣΑ φορολογούνται με 9 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο. Η δε Ελβετία επιβαρύνει μόνο με 9,8% και η Ιρλανδία με 9,9% φόρους τις οικογένειες με παιδιά. Τα στοιχεία αυτά αφορούν το 2015, σήμερα είναι ακόμα πιο επιβαρυντικά με την εξοντωτική φορολόγηση.

Στον παρακάτω πίνακα καταδεικνύεται ότι μια επιχείρηση με κέρδη έως 20.000 € πρέπει να πληρώνει σε φόρους το 68,8% των κερδών της το πρώτο έτος συμπεριλαμβανομένης και της προκαταβολής φόρου. Για κέρδη 20.001-30.000 € το 79,3%, για κέρδη 30.001-40.000 € το 89,9% και για κέρδη πάνω από 40.000 το 100% των κερδών της. Το δεύτερο έτος χωρίς την προκαταβολή τα αντίστοιχα ποσά είναι 55,82%, 62,21%, 68,13% και 73,65%.

Αυτή είναι η οικονομική ανισότητα, στην πραγματικότητα είναι οικονομική εξόντωση, που υφίστανται οι πολίτες που θέλουν να δραστηριοποιηθούν στην πραγματική οικονομία και να παράγουν προϊόντα-υπηρεσίες στην κοινωνία. Αυτή την οικονομική ανισότητα την έχουν επιβάλλει οι παραπάνω ομάδες συμφερόντων, οι οποίες με την παρασκηνιακή δράση τους συνδιαλέγονται με διαπλεκόμενες κυβερνήσεις για να διατηρούν και να μεγαλώνουν τις απολαβές τους από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι πιέσεις αυτών των ομάδων εκτόξευσαν τα έξοδα του κράτους στο 55% ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Ενώ η Ελβετία έχει κρατικά έξοδα το 35% του ΑΕΠ, η Γερμανία, 44%, η Αγγλία 43%. Στη χώρα μας οι παραπάνω ομάδες κατάφεραν εκτοξεύσουν τις κρατικές δαπάνες για να απολαμβάνουν τα προνόμια τους. Τώρα για να διατηρηθούν οι δαπάνες αυτές  υπέρ φορολογούνται οι πολίτες.

Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι 4,2 εκ.  φορολογούμενοι έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε σύνολο 6 εκ.  Δηλαδή το 70% των υπόχρεων σε φόρο αδυνατεί να πληρώσει τους φόρους του. Χιλιάδες κατασχέσεις γίνονται ημερησίως και ακολουθούν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί της περιουσίας των οφειλετών. Περαιτέρω  οικονομική ανισότητα-εξαθλίωση επιβάλλεται στους ανυποψίαστους πολίτες με την υπερφορολόγηση!!

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του ΕΦΚΑ, η σχέση μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων είναι 1,3 εργαζόμενοι προς 1 συνταξιούχο (3,596 εκ. εργαζόμενοι, προς 2,777 εκ. συνταξιούχων). Σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες η αναλογία είναι 4 εργαζόμενοι προς 1 συνταξιούχο. Δηλαδή στην Ελλάδα εργάζεται μόνο το 35% του πληθυσμού έναντι 60-65% στις άλλες χώρες.  Και αυτή η καταστροφική αναλογία δημιουργήθηκε από συγκεκριμένες ομάδες που πίεζαν εδώ και πολλά χρόνια για πρόωρη συνταξιοδότηση με αποτέλεσμα το 75% των συνταξιούχων να έχουν ηλικία  κάτω των 65 ετών.

Για την αντιμετώπιση της οικονομικής ανισότητας  προτείνεται η φορολόγηση του πλούτου και η αναδιανομή του στους μη έχοντες. Δηλαδή να μοιράζονται επιδόματα σε αυτούς που δεν μπορούν να δραστηριοποιηθούν στην οικονομία εξ’ αιτίας της υπέρογκης φορολόγησης που επιβάλουν οι ίδιοι που θέλουν να δίνουν τα επιδόματα! Δυστυχώς όσες χώρες εφάρμοσαν την επιδοματική αναδιανομή του πλούτου,  έγιναν ακόμα πιο προβληματικές και κατέληξαν σαν τις  χώρες της Λατινικής Αμερικής. Οι χαμηλού εισοδήματος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν μπορούν να οργανωθούν και να διεκδικήσουν, έτσι μόνο ελάχιστα χρήματα τους αναλογούν, κυρίως όσα χρειάζονται για να εξαγοραστεί η ψήφος τους!!!  Τέτοιες επιδοματικές πολιτικές αφαιρούν τα κίνητρα για δημιουργία, δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας  και δεν αξιοποιούν το ανθρώπινο δυναμικό της κοινωνίας.

Με την κυβερνητική προστασία, οι ομάδες συμφερόντων θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν τα προνόμια τους, τα υπερκέρδη τους και να αυξάνουν τον πλούτο τους ενώ θα αποκλείουν τις ίσες ευκαιρίες από τις αδύναμες μεγάλες ομάδες που δεν μπορούν να οργανωθούν. 

Μέτρα μείωσης της ανισότητας

Για να μειωθεί η οικονομική ανισότητα χρειάζεται να καταργηθούν όλα τα εμπόδια που στερούν ίσες ευκαιρίες για τους  πολίτες, κυρίως τους νέους, να δραστηριοποιηθούν στην οικονομία και στην κοινωνία.  Ένα από αυτά είναι η αβάσταχτη φορολόγηση από 55% μέχρι και 74% των εισοδημάτων των πολιτών, πράγμα το οποίο τους αποκλείει να έχουν δικαίωμα να δραστηριοποιηθούν στην οικονομία και να ευημερήσουν. Επίσης χρειάζεται να σταματήσει η εκάστοτε κυβέρνηση την εξαγορά ψήφων, παρέχοντας παρασκηνιακή προστασία των οργανωμένων μικρών ομάδων που συσσωρεύουν προνόμια και εύκολο χρήμα από τον κρατικό προϋπολογισμό. Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, εκτός από την  υψηλή φορολογία, μειώνεται και από τις υψηλές τιμές των προϊόντων - υπηρεσιών που άλλες μικρές-ισχυρές ομάδες συμφερόντων έχουν επιβάλει, αποκλείοντας την εφαρμογή υγιούς  ανταγωνισμού. Επίσης αποκλείουν τους πολίτες να δραστηριοποιούνται εκεί όπου υπάρχουν κέρδη κυρίως μέσω της τρομερής γραφειοκρατίας. Εφόσον, όλο και περισσότεροι πολίτες μπορούν  να δραστηριοποιούνται σε μια οικονομική δραστηριότητα που αποφέρει υψηλά κέρδη,  τα κέρδη αυτά θα διαχέονται σε όλους,  οπότε κανείς δεν θα συγκεντρώνει μεγάλο πλούτο. Με τον τρόπο αυτό κτίζεται μια κοινωνία, δημοκρατική,  που αμείβει την προσπάθεια, την εκπαίδευση, την πρόοδο και αξιοποιεί τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους της, παρέχοντας ίσες ευκαιρίες προς όλους  και κερδίζει χρήματα για να βοηθήσει τους πραγματικά αδύναμους της κοινωνίας.

Μέσω της εκπαίδευσης ολοένα και περισσότερων ατόμων, είναι λογικό να αναμένουμε ότι οι μελετητές της οικονομικής ανισότητας, θα αποκτούν όλο και μεγαλύτερη συνείδηση αυτού του γεγονότος με την πάροδο του χρόνου και ότι η επίγνωση αυτή θα διαδίδεται τελικά σε όλο και ευρύτερες μερίδες του πληθυσμού. Και ότι αυτή η ευρύτερη επίγνωση θα περιορίσει σημαντικά τις απώλειες της κοινωνίας από τις ομάδες συμφερόντων. Αυτή είναι η προσδοκία της εκπαίδευσης.

* Ο Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης είναι καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης, Ακαδημαϊκός στη Βασιλική Ακαδημία Οικονομικών & Χρηματοοικονομικών της Ισπανίας, Ακαδημαϊκός στη Βασιλική Ευρωπαϊκή Ακαδημία των Διδακτόρων και Distinguished Research Professor, Audencia Business School, Γαλλία.

**Ο Γιώργος Σ. Ατσαλάκης, είναι οικονομολόγος, επίκουρος καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ