Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Τι μου έμαθε μια ταινία

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Δεν ήταν μόνο η εκπληκτική ερμηνεία του νεαρού ούτε ο διάχυτος λυρισμός σε όλη την ταινία, ούτε το συναίσθημα που ξεχείλιζε από παντού, ούτε καν η υπέροχη μουσική. Πάνω και πέρα από όλα, για μένα ήταν η στάση των γονιών του σε όλη τα διάρκεια της ταινίας. Αυτή η πλήρης στήριξη στις επιλογές του παιδιού τους. Με αποκορύφωση τον συνταρακτικό μονόλογο του πατέρα σε μία από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας «Να με φωνάζεις με το όνομά σου» μπροστά στον συντετριμμένο από τον πόνο αλλά και ξαφνιασμένο γιο του. Λόγια που χτυπούσαν κατευθείαν κέντρο, από καρδιά σε καρδιά.

Πολύ συχνά θεωρούμε ότι τα παιδιά μας είναι δικά μας. Και όμως, δεν είναι. Το ότι τα μεγαλώνουμε όπως μας μεγάλωσαν κι εμάς, πολλές φορές «σαν τηλεκατευθυνόμενα», είναι πολύ διαφορετική ιστορία. Και ταυτόχρονα η πηγή των περισσότερων κακών στην ελληνική οικογένεια. Οι επιλογές του καθενός, σεξουαλικές, προσωπικές, επαγγελματικές, είναι δική του δουλειά και μόνο. Αυτό που εμείς οι πατεράδες (και όχι μόνο οι πατεράδες) θεωρούμε έξυπνο να υποβιβάζουμε όσους δεν είναι ακριβώς σαν κι εμάς είναι η μεγαλύτερη χαζομάρα του κόσμου, περίτρανη απόδειξη ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουμε εμείς, και μάλιστα στο ίδιο μας το μυαλό. Δεν γίνεσαι δυνατός με το να κατεδαφίζεις τους άλλους.

Το να ανακατεύεσαι υπερβολικά στη ζωή του παιδιού σου είναι κι αυτό μια μορφή κακοποίησης. Είναι βία, ακόμα κι αν δεν μάθαμε να το «διαβάζουμε» έτσι. Και ως «ζωή του παιδιού» εννοώ τα ρούχα του, τους φίλους του, τη μουσική που του αρέσει, τα γούστα του. Για μένα αυτού του είδους η παραβίαση θα έπρεπε να διώκεται ποινικά. Ως «καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας». Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς την ωμή παρέμβαση στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου, ακόμα κι αν αυτό είναι το παιδί «σου»;

Οι κοινωνίες μας είναι γεμάτες από «ενηλίκους» που δεν μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, που δεν μπορούν να σηκώσουν κεφάλι, που δυσκολεύονται να πάρουν αποφάσεις, που δεν τολμούν να τολμήσουν, που δεν τους αρέσει αυτό που είναι, που υποθηκεύουν τη ζωή τους για ένα like, που δεν ξέρουν τι στην ευχή έχουν έρθει να κάνουν στον κόσμο αυτό. Για μένα όλα αυτά πηγάζουν από το ότι οι περισσότεροι από εμάς μεγαλώσαμε υπερβολικά κοντά στη μάνα μας, ενώ τα περισσότερα κορίτσια γαλουχήθηκαν για να αναπαράγουν την ιδέα της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των παιδιών (τους).

Χθες έτρωγα μαζί με τις κόρες μου σε ένα εστιατόριο και στο διπλανό τραπέζι γευμάτιζαν πέντε καλοβαλμένες κυρίες των νοτίων προαστίων. Έστησα αυτί. «Αν είχα παιδί», έλεγε η μία, «θα το έστελνα κατευθείαν έξω, να φύγει, να γλιτώσει από την απαίσια αυτή χώρα. Δεν θα του άφηνα εναλλακτική». «Εγώ πάλι του το ξέκοψα», συμφώνησε μία από τις φίλες. «Καλύτερα να ξεχάσει ότι έχει μάνα παρά να μείνει σ’ αυτόν τον βούρκο». Καλύτερα να ξεχάσει ότι έχει μάνα, σκέφτηκα από μέσα μου... «Μπαμπά, ξεκινάμε νέα κρεμάλα», με επανέφεραν οι κόρες μου. Ευχαριστώ, κορίτσια, με λυτρώσατε. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ