ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Μικρό λεξικό αναδιάρθρωσης εταιρικών δανείων

ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΗΣ*

Τράπεζα. Συχνό λάθος των επιχειρηματιών είναι ότι καθιστούν βασικό τους συνομιλητή την τράπεζα με το μεγαλύτερο ποσοστό χρηματοδοτήσεων ή –στην περίπτωση κοινοπρακτικών δανείων– τη συντονίστρια τράπεζα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​ληροφορούμαστε ότι οι τράπεζες είναι σε διαδικασία αναδιάρθρωσης ενός ποσοστού μεσαίων/μεγάλων εταιρικών δανείων, που προσεγγίζει ή υπερβαίνει το 40% του συνόλου των δανείων τους. Προκειμένου να βοηθήσουμε τον επιχειρηματία που εμπλέκεται στις διαδικασίες αυτές, ας δούμε μερικές απλές έννοιες:

Διαγραφή (ή «κούρεμα»). Το ιερό δισκοπότηρο των απανταχού δανειοληπτών. Μπορεί στο μυαλό του δανειολήπτη να πάρει πολλές μορφές, όπως προκαταβολική διαγραφή μέρους ή του συνόλου του δανείου, διαγραφή μέρους του δανείου σε βάθος χρόνου με τη μορφή «μπαλονιού», αντιλογισμός τόκων, άτοκη ρύθμιση του δανείου για 25+ χρόνια κ.λπ. Εν ολίγοις, να συνεχίσει να ελέγχει ο επιχειρηματίας την εταιρεία, εξαλείφοντας ή μειώνοντας σημαντικά τον δανεισμό του σε παρούσα αξία. Αγνοείται έτσι όμως μία βασική αρχή: δεν μπορεί από τη μία πλευρά να ζημιωθεί η τράπεζα (έστω και αν έχει πάρει ισόποση πρόβλεψη) και από την άλλη να καρπωθεί ο επιχειρηματίας μια, έστω και αβέβαιη, υπεραξία. Ο γενικός κανόνας είναι ότι όλα τα ανωτέρω είναι απολύτως εφικτά και συζητήσιμα εάν υπάρξει μεταβίβαση του ελέγχου της εταιρείας. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, οι οποίες συναρτώνται με την πιστωτική και συναλλακτική συμπεριφορά του επιχειρηματία, το πλέγμα και την αξία των εγγυήσεων, τις προοπτικές της εταιρείας κ.λπ.

Πρέπει λοιπόν να περιοριστούν οι προσδοκίες του επιχειρηματία και να προσδιοριστούν σωστά οι εφικτοί στόχοι της αναδιάρθρωσης.
«Κούγκι». Ενδεικτικό της ιδιοσυγκρασίας μας για το πόσο θελκτική είναι αυτή η προσέγγιση, ακόμα και για ιδιοκτήτες μεγάλων εταιρειών: με τη λογική ότι μπροστά στην καταστροφή και στην απώλεια των δανείων, «οι τραπεζίτες» θα υποχρεωθούν να συμβιβαστούν. Δείχνει άγνοια πραγματικότητας και βασικών κανόνων λειτουργίας των τραπεζών. Σε μεγάλο βαθμό οι εκτιμήσεις και προβλέψεις των τραπεζών για την ανάκτηση των δανείων λαμβάνουν υπ’ όψιν το λεγόμενο σενάριο «βίαιης εκποίησης», το οποίο ενσωματώνει την προοπτική μιας κατ’ αντιδικίαν εξέλιξης. Νομικά, αλλά ακόμη και ως θέμα αρχής, μια τράπεζα ποτέ δεν θα υποκύψει σε μια εκβιαστική λογική ούτε θα εγκρίνει εσωτερικά μια αναδιάρθρωση που δεν εξασφαλίζει στο μέγιστο δυνατό τα συμφέροντά της. Αρα, το πιθανότερο είναι ότι το «Κούγκι» θα καταλήξει σε ένα μοναχικό και μελαγχολικό χαρακίρι. Ο μόνος ενδεδειγμένος δρόμος για την αναδιάρθρωση είναι το τραπέζι των σκληρών ή ακόμα και ατελέσφορων διαπραγματεύσεων και η υπεράσπιση της επιχειρηματικής πορείας του μετόχου και της εταιρείας του.

Μελέτες. Η αναδιάρθρωση απαιτεί σωρεία μελετών τόσο για ουσιαστικούς όσο και για κανονιστικούς λόγους: επιχειρηματικό σχέδιο, αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων, ανάλυση βίαιης εκποίησης κ.λπ. Οι μελέτες γίνονται από εξωτερικούς συμβούλους που –εκ των πραγμάτων– έχουν περιορισμένη γνώση της πανσπερμίας εταιρειών και κλάδων, άρα βασίζονται στις παραμέτρους που τους τροφοδοτεί η κάθε εταιρεία, κάνοντας μια σειρά από ελέγχους λογικής. Η συνήθης τάση των επιχειρηματιών είναι να παρουσιάζουν την αισιόδοξη πλευρά, για να αποδείξουν τη βιωσιμότητα της εταιρείας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υποτίμηση των ταμειακών αναγκών, η οποία σε συνδυασμό με τις εγγενείς καθυστερήσεις στη διαδικασία (βλ. λήμμα «Χρόνος»), οδηγεί πολύ γρήγορα σε αδιέξοδο. Επειδή τα επιχειρηματικά σχέδια αποδεικνύονται ανεπαρκή, ζητείται επικαιροποίηση που παράγει νέες καθυστερήσεις και νέα ανοίγματα κ.ο.κ.

Η συναλλακτική ασφάλεια του επιχειρηματία άρα είναι ταυτόσημη με συντηρητικές προβλέψεις, και όχι το αντίθετο.

Μέσον. Η έκρηξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων δημιούργησε μια αγορά «πρόθυμων μεσολαβητών» υπό διάφορες μορφές. Είναι εντυπωσιακό πόσοι επιχειρηματίες επιλέγουν είτε να διαπραγματευτούν μόνοι τους, βασιζόμενοι στις γνωριμίες τους, είτε να παρασυρθούν από επαγγελματίες ή μη του χώρου, οι οποίοι προσφέρουν «τεχνογνωσία», «πρόσβαση», «γνωστούς με επιρροή», με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, πολλές φορές υποσχόμενοι «κούρεμα». Και σε αυτή την περίπτωση αγνοείται η πραγματικότητα. Αν ένα δάνειο έχει «κοκκινίσει», ο επιχειρηματίας κατά τεκμήριο αποτελεί πρόβλημα της τράπεζας και είναι στο μικροσκόπιο: άρα είναι συζητήσιμο ποιος θα εκτεθεί υπέρ του. Σχεδόν πάντα στα μεγάλα δάνεια συμμετέχουν όλες οι τράπεζες, άρα πρόσβαση σε μία μόνον τράπεζα δεν λύνει το πρόβλημα. Υπάρχουν ασφυκτικοί κανόνες λειτουργίας και επίβλεψης, από την Τράπεζα Ελλάδος, τους ευρωπαϊκούς φορείς, τις δικαστικές αρχές κ.λπ. Και σίγουρα η διαχείριση των NPLs από τα στελέχη των τραπεζών δεν έχει εμφανίσει δείγματα διαφθοράς.

Μια σωστή επαγγελματική υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά τον επιχειρηματία να προσδιορίσει τους στόχους του και τη διαπραγματευτική στρατηγική και τακτική. Αρκεί να γίνει προσεκτική επιλογή επαγγελματία συμβούλου, ο οποίος είναι πραγματικά με την πλευρά του επιχειρηματία, δεδομένης της σύγκρουσης συμφερόντων πολλών οικονομικών και νομικών συμβούλων με τις τράπεζες.

Τράπεζα. Συχνό λάθος των επιχειρηματιών είναι ότι καθιστούν βασικό τους συνομιλητή την τράπεζα με το μεγαλύτερο ποσοστό χρηματοδοτήσεων ή –στην περίπτωση κοινοπρακτικών δανείων– τη συντονίστρια τράπεζα. Ομως, ακόμα και αν τα καλύμματα των τραπεζών συμπίπτουν απόλυτα, οι προσεγγίσεις τους διαφέρουν, τόσο λόγω της γενικής φιλοσοφίας τους όσο και του χειρισμού του φακέλου από διαφορετικά πρόσωπα. Η διαφορά γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν υπάρχουν και διμερείς δανειοδοτήσεις, άρα ανισοκατανομή στα καλύμματα. Η τράπεζα που έχει τη μεγαλύτερη ακάλυπτη έκθεση ή τον μεγαλύτερο σκεπτικισμό για την αναδιάρθρωση σχεδόν πάντα υποχρεώνει τις υπόλοιπες να στοιχηθούν από πίσω της. Οι διαφωνίες λύνονται συμβιβαστικά, αφού οι λοιπές τράπεζες βελτιώνουν τις εξασφαλίσεις τους συντασσόμενες με την «πλέον σκεπτική» εξ αυτών. Είναι λοιπόν σημαντικό να εντοπισθούν νωρίς οι διαφορές στην προσέγγιση της κάθε τράπεζας και να προχωρούν παράλληλα οι διαπραγματεύσεις με όλες.

Χρήμα. Η διαχείριση των διαθέσιμων πόρων μεσούσης της διαδικασίας αναδιάρθρωσης είναι απολύτως κρίσιμη. Η φυσική τάση των επιχειρηματιών είναι να διατηρήσουν τη λειτουργία της εταιρείας πληρώνοντας κυρίως τους προμηθευτές και όσους πιέζουν με δικονομικά μέσα, ρυθμίζοντας συνεχώς το Δημόσιο, εξαντλώντας μέχρι κεραίας τα ταμειακά διαθέσιμα και ελπίζοντας στην ανάκαμψη. Ομως η ελπίδα μπορεί να αποδειχθεί μάταιη: όλοι γνωρίζουμε περιπτώσεις επιχειρηματιών που αδυνατούν να υπερασπιστούν εαυτούς στα ποινικά δικαστήρια, αντιμετωπίζοντας κακουργηματικές διώξεις για οφειλές στο Δημόσιο.

Οσο σημαντική είναι η προσπάθεια διάσωσης, άλλο τόσο είναι η έγκαιρη και σωστή διαχείριση της επόμενης μέρας: η προστασία της ατομικής περιουσίας, η σωστή προτεραιοποίηση των πληρωμών με έμφαση στις οφειλές που παράγουν κακουργηματικές διώξεις και η δημιουργία ενός «ταμείου ποινών» πριν από το απευκταίο.

Χρόνος. Δυστυχώς δεν είναι πανδαμάτωρ, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα σε κάθε προσπάθεια διάσωσης των εταιρειών: είναι απολύτως συνηθισμένο ακόμα και μια απλή μετακύλιση δόσεων ομολογιακού να διαρκεί δύο ή τρία χρόνια. Κάθε χρονοδιάγραμμα που υιοθετείται αποδεικνύεται τελικά υπεραισιόδοξο και πολλά σχέδια καταλήγουν ως μη υλοποιήσιμα για τους λάθος λόγους, οδηγώντας πολλές φορές τις εταιρείες που μπορούν «να γυρίσουν» σε αδιέξοδο και απαξία και τους επιχειρηματίες σε απόγνωση . Εργαλεία όπως το λεγόμενο NPL Forum έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικά και είναι ερευνητέο το πώς θα επιτευχθούν στην πράξη οι στόχοι που έχουν τεθεί από τον SSM, χωρίς λύσεις εξαναγκασμού, όπως η πώληση των δανείων σε φορείς που δεν υπηρετούν την εθνική επιχειρηματικότητα και δεν έχουν θεσμικό ρόλο στην ελληνική οικονομία. Η εκτίμηση του απαιτούμενου χρόνου από πλευράς επιχειρηματία πρέπει, λοιπόν, να είναι υπερσυντηρητική, με εκθετικό συντελεστή ασφαλείας ανάλογα με τον αριθμό των τραπεζών: συμμετοχή 3 αντί για 2 τραπεζών σημαίνει αύξηση της πολυπλοκότητας κατά 100% και όχι κατά 50%...

Με δυο λόγια. Η δεκαετής κρίση έχει φέρει στο φως όλες τις παθογένειες της μέσης/μεγάλης οικογενειακής και προσωποκεντρικής ελληνικής επιχείρησης.

* Ο κ. Νίκος Ξύδης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, ιδρυτής της Value Partners Ltd.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ