ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γράφω για την Κούβα των Κουβανών

ΛΕΝΑ ΜΑΤΣΙΩΡΗ

«Το νέο μου μυθιστόρημα αφορά την πίστη και την απώλεια των αξιών, την κατάρρευση ενός κοινωνικού μοντέλου και την ανισότητα», λέει ο Λεονάρδο Παδούρα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Λεονάρδο Παδούρα  (1955) είναι αυτή τη στιγμή ο πιο διάσημος σύγχρονος Κουβανός συγγραφέας, εκείνος που άλλαξε τον προσανατολισμό της αστυνομικής λογοτεχνίας σε όλη τη Λατινική Αμερική. Τα μυθιστορήματά του με πρωταγωνιστή τον ντετέκτιβ Μάριο Κόντε έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν κερδίσει λογοτεχνικά βραβεία σε όλο τον κόσμο. Με το βιβλίο του, όμως, «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά», ο Παδούρα καταξιώνεται ως ένας συγγραφέας πολυεπίπεδος, με μεγάλη δυναμική.

Η λεπτή και εις βάθος ιστορική έρευνα, με πυρήνα τη δολοφονία του Τρότσκι, σε συνδυασμό με τη δημιουργικότητα και τη φαντασία του μυθιστοριογράφου, έχει ως λογοτεχνικό αποτέλεσμα κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί κλασικό. Κάθε του βιβλίο είναι ένα πορτρέτο της σύγχρονης Κούβας, και παρότι παραδέχεται πως και ο ίδιος «έχει προκαταλήψεις, αγάπες και φοβίες», πολύ συνειδητά δεν προσπαθεί να διαδώσει και να ισχυροποιήσει επιθυμητές βεβαιότητες γι’ αυτήν. Ο Παδούρα γεννήθηκε, μεγάλωσε και επιμένει να ζει στην Κούβα. Μακριά από τα στερεότυπα που τη μυθοποιούν ή τη δαιμονοποιούν, μπορεί να μας εγγυηθεί πως στα μυθιστορήματά του η Κούβα μοιάζει και είναι η «Κούβα των Κουβανών».

Στη χώρα μας, τα βιβλία του Παδούρα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο θα κυκλοφορήσει προσεχώς το νέο του βιβλίο «Η διαφάνεια του χρόνου» σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.

– Ενώ γράφετε για την Κούβα με μια κριτική ματιά, δεν υποκύπτετε σχεδόν ποτέ στα δυτικά στερεότυπα που υπάρχουν γι’ αυτήν. Πόσο συνειδητό είναι αυτό; Εχετε στο μυαλό σας έναν ιδανικό αναγνώστη απαλλαγμένο από προκαταλήψεις;

– Η αλήθεια είναι πως έχω στο μυαλό μου μια πραγματικότητα μάλλον, παρά έναν αναγνώστη. Την πραγματικότητα της Κούβας, την οποία βιώνω και γνωρίζω, όσο μπορώ να τη γνωρίζω, από πρώτο ή δεύτερο χέρι, αλλά οπωσδήποτε σε πολύ μεγαλύτερο βάθος από όσο φτάνουν τα στερεότυπα. Για πολλά χρόνια κυριάρχησαν τα στερεότυπα σχετικά με την Κούβα: και πριν και μετά την Επανάσταση, για πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους, και παρότι τα αναγνωριστικά σημεία αυτά βασίζονται σε μια πραγματικότητα, η απτή πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Εγώ θέλω να στρέφω πρώτα το βλέμμα μου σε αυτή την αληθινή πραγματικότητα και κατόπιν στη γραφή μου. Θέλω, μέσα από τη δική μου σκέψη και ευαισθησία, να αντικατοπτρίζονται οι συγκρούσεις αυτής της πραγματικότητας, όσο πιο ελεύθερα γίνεται, όσο πιο ειλικρινά, παρότι παραδέχομαι ότι έχω και προκαταλήψεις, και αγάπες, και φοβίες, οι οποίες μπορούν να διαφαίνονται στις σκέψεις μου.
Αυτό που μπορώ να σου εγγυηθώ είναι ότι η Κούβα στα μυθιστορήματά μου μοιάζει πολύ περισσότερο στην Κούβα των Κουβανών από την Κούβα της προπαγάνδας. Η προπαγάνδα γενικά προσπαθεί να επιβεβαιώσει έναν τρόπο σκέψης του ενός ή του άλλου χώρου, και δεν ενδιαφέρεται για το πώς ζουν και αντιλαμβάνονται τη ζωή πολλοί απλοί Κουβανοί ή σκεπτόμενοι Κουβανοί.

– Στην Ελλάδα γνώρισε μεγάλη επιτυχία ο «Ανθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά». Ενα σύνθετο στη μορφή του βιβλίο, με τρεις αφηγηματικούς άξονες αλλά με πυρήνα μια πολιτική δολοφονία, του Λέοντος Τρότσκι. Πόσο δύσκολο είναι να ενσωματωθεί η Ιστορία σε μια λογοτεχνική αφήγηση;

– Είναι πάντα δύσκολο για τον μυθιστοριογράφο να δουλεύει με την Ιστορία, γιατί η Ιστορία και η μυθοπλασία κινούνται με διαφορετικούς δραματουργικούς μηχανισμούς. Η Ιστορία είναι η δυνατή ανάγνωση της πραγματικότητας και οργανώνεται κατά τρόπο χρονολογικό και αιτιακό, όχι δραματικό, ακόμα κι αν γίνεται δραματική. Το μυθιστόρημα πάλι οργανώνεται ανταποκρινόμενο σε αυστηρά δραματικές κινήσεις· τα πρόσωπα εξελίσσονται κι η πληροφορία οργανώνεται για να επιτευχθεί αυτή η δραματική αίσθηση, καθώς και το αισθητικό αποτέλεσμα.

Αυτό σημαίνει ότι ο μυθιστοριογράφος πρέπει (μπορεί, έχει το δικαίωμα) να παραμορφώσει την Ιστορία, αν θέλει να τη χρησιμοποιήσει ως στήριγμα της πλοκής, και με την ελευθερία που του προσφέρει η δουλειά του, να τη μεταπλάσει σε λογοτεχνικό υλικό (το μυθιστόρημα είναι ένα ψέμα, με έναν κώδικα που μοιράζονται ο συγγραφέας κι ο αναγνώστης· εγώ σου διηγούμαι ένα ψέμα σαν να ήταν αλήθεια κι εσύ διαβάζεις αυτό το ψέμα γνωρίζοντας ότι είναι ψέμα, και το αποδέχεσαι ως αλήθεια του μυθιστορήματος). Επειτα έρχεται η απόφαση μέχρι ποιο σημείο θα σεβαστείς την ιστορική πραγματικότητα ή θα τη διαστρεβλώσεις. Εγώ έχω επιλέξει τον σεβασμό. Ο σεβασμός ξεκινάει από το βάθος της έρευνάς μου. Μελετώ καλά την ενδεχόμενη αλήθεια και τις διαδικασίες, κι έπειτα παραμένω πιστός στο ουσιώδες  (γεγονότα, διεργασίες, συμπεριφορές), επανασχεδιάζοντάς τα, όμως, όλα, για να λειτουργήσουν ως μυθιστόρημα, ώστε η δραματουργία να είναι η δραματουργία της μυθοπλασίας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ίσως η δράση των προσώπων: όχι οι ιστορικές τους πράξεις, αλλά η προσωπική τους σκέψη, όπου είναι αποφασιστικός ο ρόλος της μυθοπλασίας. Ποιος ξέρει τι μπορεί να σκέφτηκαν ο Τρότσκι ή ο Μερκαντέρ ή ο Ρέμπραντ κάποια στιγμή της ζωής τους; Αυτό, λοιπόν, που εγώ λέω πως σκέφτηκαν, είναι αυτό που μπορεί να σκέφτηκαν σύμφωνα με τη δική μου γνώση της Ιστορίας και προσπαθώ να μην προδώσω αυτό που υπήρξε ουσιαστικά η σκέψη τους, η στάση τους, η άποψή τους. Αυτό είναι ένα παιχνίδι πολύ γοητευτικό αλλά περίπλοκο, γιατί σεβόμενος την ουσία της Ιστορίας, θέλω να μεταδώσω στον αναγνώστη μια αίσθηση πραγματικότητας που να του επιτρέψει να καταλάβει, διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα (ένα ψέμα), την ουσία της αλήθειας (της Ιστορίας).

– Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στους «Αιρετικούς», είναι μια προσπάθεια, με υλικό από την Ιστορία, να σκιαγραφηθεί το παρόν αλλά ταυτόχρονα μήπως είναι και μια πρόβλεψη ή προειδοποίηση για το μέλλον μέσω της Ιστορίας;

– Ετσι είναι. Στους «Αιρετικούς»  στόχος μου δεν ήταν τόσο η Ιστορία όσο η συμπεριφορά του ανθρώπου σε σχέση με την ελευθερία του διαμέσου της Ιστορίας. Γι’ αυτό το ιστορικό στοιχείο είναι πιο στυλιζαρισμένο σε αυτό το μυθιστόρημα αλλά και πάλι με μεγάλο σεβασμό για τα γεγονότα και τις διεργασίες. Αλλά εάν στον «Ανθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά» κινούμαι στο πεδίο της πολιτικής και των γεγονότων, στους «Αιρετικούς» με ενδιαφέρουν κυρίως οι στάσεις κι οι αποφάσεις των προσώπων μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικό πλαίσιο. Είναι ένας πιο εσωτερικός τρόπος να αντικρίζεις την Ιστορία, πιο πολύ σε συνάρτηση με το πώς η Ιστορία επηρεάζει τα άτομα παρά με το πώς τα άτομα προσπαθούν να επηρεάσουν την Ιστορία.

Η θλίψη για την απώλεια ενός οράματος κοινωνικής ισότητας

– Ενα από τα κυρίαρχα θέματα που επανέρχεται στα βιβλία σας συχνά είναι η μεγάλη ουτοπία του 20ού αιώνα, η θλίψη και η απογοήτευση για αυτή τη χαμένη ευκαιρία. Πιστεύετε πως ο μαρξισμός έχει απενεργοποιηθεί για πάντα;

– Είναι σαφές ότι στο μυθιστόρημα υπάρχει αυτή η θλίψη για την απώλεια ενός οράματος κοινωνικής ισότητας, ίσως ουτοπικού, για την οποία ευθύνεται εν μέρει η φιλοσοφία του, αλλά κυρίως ο τρόπος που τη χρησιμοποίησαν οι άνθρωποι, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πολιτικοί. Πιστεύω πως ο μαρξισμός εξακολουθεί να είναι μια ορθή ανάγνωση της οικονομικής πραγματικότητας του καπιταλισμού, με την εγγενή του ανισότητα και σκληρότητα. Η οικοδόμηση όμως μιας ίσης κοινωνίας υπήρξε έργο των μαρξιστών (ή όσων έλεγαν ότι είναι μαρξιστές) και όχι ένα πρόγραμμα ή μια σύλληψη που δημιουργεί πραγματικά ο ίδιος ο μαρξισμός.
Αυτό που συνέβη στη Σοβιετική Ενωση κι ύστερα στην Ανατολική Ευρώπη και σε πολλές σοσιαλιστικές χώρες (μην ξεχνάς ότι η Καμπότζη των Ερυθρών Χμερ παρουσιάστηκε ως μια σοσιαλιστική, μαρξιστική κοινωνία) ήταν μια ερμηνεία του μαρξισμού, που, όταν έπεσε στα χειρότερα χέρια (ή μυαλά), μετατράπηκε στο αντίθετο από αυτό που έπρεπε ή υποτίθεται ότι έπρεπε να είναι. Ετσι φτάσαμε στην αποτυχία αυτού του έργου, στη διαστροφή της ουτοπίας σε χώρες όπου, για να επιτευχθεί η κοινωνική ευημερία, στέρησαν από τους πολίτες το βασικό τους δικαίωμα, να αποφασίζουν ή ακόμα και να σκέφτονται ελεύθερα.

– Σε λίγους μήνες θα εκδοθεί το νέο σας βιβλίο στην Ελλάδα. Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια γι’ αυτό;

– Το νέο μου μυθιστόρημα ονομάζεται «La transparencia del tiempo» (μτφρ. «Η διαφάνεια του χρόνου»). Δεν ξέρω αν ο μεταφραστής κι οι εκδότες θα διατηρήσουν τον τίτλο ή θα επιλέξουν κάποιον άλλον που ίσως λειτουργεί καλύτερα στα ελληνικά. Σε αυτό το μυθιστόρημα επιστρέφει ο Μάριο Κόντε στην Κούβα του 2014, με κάποια από τα προβλήματα για τα οποία σου έλεγα πριν και με μια θέση: ο άνθρωπος είναι ιστορικό ον και η Ιστορία πολλές φορές σχεδιάζει το πεπρωμένο των ανθρώπων... Για να αποδώσω αυτές τις εικόνες, λοιπόν, αφηγούμαι μια αστυνομική ιστορία με την αναζήτηση μιας μαύρης παρθένου που έχει χαθεί και που, καθώς την ψάχνει, μπορεί ο Κόντε να χωθεί σε διάφορες γωνιές της κουβανικής κοινωνίας, σχεδόν όλες πολύ σκοτεινές. Είναι ένα μυθιστόρημα πάνω στην πίστη και στην απώλεια των αξιών, την κατάρρευση ενός κοινωνικού μοντέλου και την ανισότητα, την απογοήτευση και την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου.

– Και μια τελευταία ερώτηση λίγο προβοκατόρικη. Εχετε πει πως ο ήρωάς σας, ο Μάριο Κόντε, έχει πολλά δικά σας χαρακτηριστικά. Εχει και συγγραφικό ταλέντο;

– Μάλιστα... Λοιπόν, άμα διαβάσετε τη «Διαφάνεια του χρόνου» θα δείτε αν ο Κόντε γράφει καλά. Μπορεί να ανακαλύψετε ότι γράφει καλύτερα από μένα!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ