ΒΙΒΛΙΟ

Η πορεία μιας αδήριτης πολιτισμικής μετάλλαξης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΛΑΝΤΖΟΣ*

Ψηφιδωτή παράσταση του Ερμή με τον Διόνυσο στην αγκαλιά του, από την «Οικία του Αιώνα» στην Πάφο, β΄ μισό 4ου αι. (Φωτ.: Διεύθυνση Αρχαιοτήτων Κύπρου).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΠΟΛΥΜΝΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ
Η άνοδος της μονοδοξίας στην Υστερη Αρχαιότητα
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 256

Η Πολύμνια Αθανασιάδη έχει προσφέρει σημαντικά στη μελέτη της Υστερης Αρχαιότητας, τόσο με την πολύχρονη διδασκαλία της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη συστηματική παρουσία της σε εκπαιδευτικά ιδρύματα διεθνώς όσο και μέσα από το πολυσχιδές και πολύγλωσσο συγγραφικό της έργο.

Τι είναι όμως η «Υστερη Αρχαιότητα»; Καταδικασμένη στο μεταίχμιο μεταξύ της «λαμπρής» ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και του σκοτεινού ευρωπαϊκού μεσαίωνα, η μακρά ιστορική διάρκεια από το τέλος του κλασικού κόσμου έως την ανάδυση και εν τέλει επιβολή του Ισλάμ διαφεύγει συνήθως την προσοχή των ιστορικών, ενώ σπάνια απασχολεί τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Στην Ελλάδα, ειδικότερα, όπου οι μεσαιωνικές σπουδές υφίστανται ακόμη και σήμερα τη βαριά σκιά που τους ρίχνει από τη μια ο «εκπολιτισμός της Ανατολής» από τον Αλέξανδρο και ο «ένδοξός μας βυζαντινισμός» από την άλλη, μια έκδοση όπως αυτή μου μας προτείνει σήμερα η Πολύμνια Αθανασιάδη έρχεται να φωτίσει με ευπρόσδεκτα εναλλακτικό φως την περίοδο που έκρινε τη μορφή και την εξέλιξη της καθ’ ημάς νεωτερικότητας.

Στο νέο της βιβλίο, η Αθανασιάδη αφήνει κατά μέρος τις συνήθεις ιστορικές περιοδολογήσεις –στερεοτυπικά βασισμένες στις πολιτικές εναλλαγές, τις στρατιωτικές συγκρούσεις, και τις συνήθεις κοινωνικές μετεξελίξεις– και συνθέτει μια εύγλωττη, όσο και ρηξικέλευθη ιστορία νοοτροπιών. Πολύ απλά, η συγγραφέας υποστηρίζει πως η σκοτεινή και κάπως δυσάρεστη, για τον σημερινό αναγνώστη, περίοδος από τους διωγμούς που εξαπέλυσε ο αυτοκράτορας Δέκιος εναντίον (και) των Χριστιανών στη Ρώμη του 3ου αιώνα έως το κυνήγι των πάσης φύσεως αιρετικών από τον Ιουστινιανό στο Βυζάντιο του 6ου μπορεί και να οριστεί ως η πορεία μιας αδήριτης πολιτισμικής μετάλλαξης: με τα λόγια της Αθανασιάδη, ως «η διολίσθηση από ένα ανθρωποκεντρικό προς ένα θεοκεντρικό σύστημα» (σελ. 57).

Το βιβλίο πατά στη στέρεη ιστορική παραδοχή πως τόσο η εκκωφαντική κατάρρευση του αρχαίου κόσμου όσο και η εκρηκτική ανάδυση των μεσαιωνικών αυτοκρατοριών, συνοδεύονται από τη σταδιακή εγκαθίδρυση της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, τον εξοβελισμό της φιλοσοφικής διαφοράς, την πολιτικοποίηση της μεταφυσικής. Με έμβλημα τη μονοδοξία, όπως η συγγραφέας επιλέγει να ορίσει την εκ των άνω επιβολή του ενός, αδιαμφισβήτητου και αδιαπραγμάτευτου, ιδεολογικού και ηθικού δόγματος στον πνευματικό και πολιτικό βίο των αχανών αυτοκρατοριών που μελετά, ο πολιτισμός της Μείζονος Μεσογείου υποτάσσεται, ανεπιστρεπτί, στον ζυγό του θρησκευτικού ηγεμονισμού: από κει κι έπειτα, η θρησκεία, υποστηρίζει η συγγραφέας, «είναι η αρένα των φραστικών και πολιτικών συγκρούσεων μιας κοινωνίας σε διαδικασία μεταστροφής προς ένα νέο τρόπο σκέψης και ζωής, μιας κοινωνίας που σμιλεύει ένα φαντασιακό προσανατολισμένο στη μέλλουσα ζωή» (σελ. 65).

Η μελέτη αποτελεί μετάφραση, πλήρως αναθεωρημένη και επαυξημένη, ομότιτλου βιβλίου της Αθανασιάδη από τις εκδόσεις Les belles lettres (2010). Χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια, επίλογο, και ένα ιδιαίτερα σημαντικό εικονογραφικό επίμετρο, το οποίο συνιστά μία ακόμη καινοτομία του βιβλίου.

Παράλληλο αφήγημα

Μέσα από την επιτυχημένη επιλογή του εικονογραφικού υλικού, που η συγγραφέας υπομνηματίζει με καίριο ιστορικό σχολιασμό, ο αναγνώστης κερδίζει ένα παράλληλο αφήγημα εδρασμένο στον υλικό πολιτισμό της ύστερης αρχαιότητας: γλυπτά και αρχιτεκτονήματα, ψηφιδωτά και τοιχογραφίες, χειρόγραφα, νομίσματα, μετάλλια και άλλα φορητά αντικείμενα, καθώς και οι αναμενόμενες χριστιανικές εικόνες, επιστρατεύονται ως εύγλωττες μαρτυρίες των πνευματικών και ιδεολογικών εξελίξεων που ανατέμνει το βιβλίο.

Στα τέσσερα κεφάλαια της μελέτης, ο αναγνώστης παρακολουθεί, σε χρονολογική κατά βάση σειρά, την εξελικτική πορεία από «την κουλτούρα του αμφιθεάτρου» (σελ. 72) των ύστερων αυτοκρατορικών χρόνων στο «τέλος του γέλιου» (σελ. 193) στα χρόνια του Ιουστινιανού. Ενδιάμεσοι σταθμοί του βιβλίου είναι η θρησκευτική πολιτική του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου –κυρίως όπως αποτυπώνεται, και προπαγανδίζεται, στο έργο του Ευσέβιου Καισαρείας–, η αναπάντεχη ανακοπή της πορείας προς την κατίσχυση του χριστιανισμού στα χρόνια του Ιουλιανού, και τέλος η σταδιακή επιβολή της μονοδοξίας από τον Θεοδόσιο Β΄ και, εν τέλει, τον Ιουστινιανό. Στο εξαιρετικό πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, η Αθανασιάδη οδηγεί τον αναγνώστη της με αξιοθαύμαστη ευελιξία, και αξιοζήλευτα προσιτή γλώσσα, διά μέσου ενός λαβυρίνθου απόψεων, προσεγγίσεων και ερμηνειών, συχνά ετερόκλητων ή και ασύμβατων, γύρω από το περιεχόμενο και τη σημασία αυτού του «ακαθόριστου πεδίου» που αναγνωρίζουμε πλέον, και μέσω της δικής της διαχρονικής συμβολής, ως «Υστερη Αρχαιότητα».

* Ο κ. Δημήτρης Πλάντζος είναι αναπληρωτής καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ