ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε το 2017 με ρυθμό 7,4%, δηλαδή ταχύτερα από κάθε άλλη οικονομία του G20. Ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν μπορεί να πανηγύρισε για αυτό το επίτευγμα, ωστόσο εκείνο που δεν είπε είναι πως η όντως εντυπωσιακή ανάπτυξη στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια και ότι πολύ σύντομα πολίτες και επιχειρήσεις θα κληθούν να πληρώσουν τον λογαριασμό εξαιτίας της υπερθέρμανσης της τουρκικής οικονομίας.

Το τουρκικό κράτος και οι τουρκικές επιχειρήσεις εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον εξωτερικό δανεισμό, δεδομένου πως το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Τουρκίας διαμορφώθηκε στο 5,2% του ΑΕΠ το 2017. Γεγονός που σημαίνει πως η Αγκυρα βασίζεται «στην καλοσύνη των ξένων» για τη χρηματοδότηση του ελλείμματός της και πως ενδεχόμενη απότομη διακοπή της εξωτερικής χρηματοδότησης θα οδηγήσει την οικονομία της σε ύφεση και θα προκαλέσει κύμα εταιρικών χρεοκοπιών. Οπως περίπου είχε συμβεί με την ελληνική οικονομία στα τέλη του 2009. Επιπλέον, η τουρκική λίρα έχει εξασθενίσει σε επίπεδο-ρεκόρ, κι αυτό σημαίνει ότι αυξάνεται δραματικά το κόστος εξυπηρέτησης δανείων σε ξένο νόμισμα και η Τουρκία έχει πλέον πολλά τέτοια. Τα δάνεια των τουρκικών επιχειρήσεων σε ξένο νόμισμα έχουν διπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια και πλέον ανέρχονται στο 40% του ΑΕΠ ή στα 328 δισ. δολάρια. Ακόμη χειρότερο είναι για την Τουρκία ότι το 80% αυτών των δανείων έχει δοθεί από τουρκικές τράπεζες, συνεπώς, αν γίνουν μη εξυπηρετούμενα, θα προκληθεί μεγάλη ζημία στον τουρκικό τραπεζικό κλάδο. Με την αμερικανική ομοσπονδιακή τράπεζα να αυξάνει σταθερά τα επιτόκια δανεισμού και την ΕΚΤ να ετοιμάζεται να την ακολουθήσει, πιθανώς στα μέσα του 2019, αυτό το σενάριο γίνεται όλο και πιο πιθανό. Μια νέα απειλή για την τουρκική οικονομία είναι να ξεσπάσει εμπορικός πόλεμος, κάτι που θα οδηγήσει τους επενδυτές να περιορίσουν δραστικά το επενδυτικό ρίσκο που έχουν αναλάβει και η Τουρκία είναι ξεκάθαρα κάτι τέτοιο.

Ο Τούρκος αναπληρωτής πρωθυπουργός Μεχμέτ Σιμσέκ υποστήριξε αυτή την εβδομάδα ότι η υποτίμηση της τουρκικής λίρας καθιστά πιο ανταγωνιστικές τις εξαγωγές. Αλλά αυτή δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Μπορεί οι τουρκικές εξαγωγές να αυξήθηκαν με ρυθμό 9,3% τo 2017, αλλά οι εισαγωγές αυξήθηκαν με ρυθμό 22,7%. Η συνέπεια είναι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Τουρκίας να διαμορφωθεί στο 5,2% το 2017 και προβλέπεται να αυξηθεί στο 5,3% το 2018, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. Το τεράστιο κόστος που καλούνται να καταβάλουν οι Τούρκοι πολίτες φαίνεται και από την άνοδο του πληθωρισμού στο 10,3%, επίπεδο που επίσης είναι το υψηλότερο μεταξύ των αναδυόμενων αγορών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης επιτεύχθηκε χάρη στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 6,1% το 2017 και της δημόσιας κατανάλωσης κατά 5%.

Φυσικά, υπάρχουν και οι πολιτικοί και γεωπολιτικοί κίνδυνοι και η Τουρκία του Ερντογάν είναι ευάλωτη σε πολλούς από αυτούς, αρκεί να αναφέρει κανείς την εισβολή στη Συρία, τη σημαντική επιδείνωση των σχέσεων της Αγκυρας με την Ουάσιγκτον, τις προκλήσεις κατά της Ελλάδας κ.ο.κ. Αν προσθέσει κανείς την επιδείνωση του θεσμικού πλαισίου στην Τουρκία, την ποδηγέτηση της κεντρικής τράπεζας από τον Ερντογάν και την αλλοπρόσαλλη και απρόβλεπτη πολιτική που ασκεί, τότε θα διαπιστώσει πως συσσωρεύονται μαύρα σύννεφα πάνω από την Τουρκία.

Οι θεωρίες συνωμοσίας του Ερντογάν για εχθρούς και κερδοσκόπους

Η Τουρκία θα επιτύχει και το 2018 υψηλό ρυθμό ανάπτυξης και θα διατηρήσει τις πόρτες ανοικτές στους ξένους επενδυτές, διαβεβαίωσε ο Ερντογάν την Παρασκευή, μιλώντας σε μέλη του κυβερνώντος κόμματος. Ο Τούρκος πρόεδρος έβαλε στο στόχαστρό του τις αγορές, τακτική που ποτέ δεν έχει φέρει αποτελέσματα. «Εχω άσχημα νέα για όσους προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη συναλλαγματική ισοτιμία ως μπαμπούλα για τον λαό μας. Η Τουρκία θα εμποδίσει για μία ακόμη φορά τα παιχνίδια που παίζονται εναντίον της, με τον υψηλό ρυθμό ανάπτυξης που θα επιτύχει το 2018». Το αφήγημα περί κακών κερδοσκόπων που ενεργούν εις βάρος διαφόρων χωρών μπορεί να μην είναι πάντοτε ανακριβές, ωστόσο στην περίπτωση της Τουρκίας μάλλον δεν ισχύει.

Η τουρκική λίρα έχει υποτιμηθεί έναντι του δολαρίου στα 11 από τα 15 χρόνια που ασκεί την εξουσία ο Ερντογάν, και μάλλον δεν είναι αποτέλεσμα πολύχρονης συνωμοσίας κατά της Τουρκίας, αλλά οφείλεται στην οικονομική πολιτική που ασκεί ο Ερντογάν. Λίγο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η ισοτιμία του δολαρίου προς τη λίρα ήταν στο 1,15. Την περασμένη εβδομάδα, η λίρα είχε κατρακυλήσει στο 4,03 και την Παρασκευή βρισκόταν στο 3,95. Με τον πληθωρισμό στο 10,3% και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο 5,2% του ΑΕΠ, θα περίμενε κανείς η τουρκική κεντρική τράπεζα να έχει αντιδράσει πιο έντονα, αυξάνοντας τα επιτόκια δανεισμού. Ωστόσο, με τον Ερντογάν να λειτουργεί ολοένα και πιο αυταρχικά, το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο. Το γεγονός ότι η τουρκική κεντρική τράπεζα δέχεται ασφυκτικές πιέσεις από την κυβέρνηση, ώστε να μειώσει τα επιτόκια δανεισμού και να ενισχύσει την ανάπτυξη, καθώς το 2019 θα είναι προεκλογική χρονιά, ασφαλώς και πλήττει την αξιοπιστία της, ενώ περιορίζει την εμπιστοσύνη των επενδυτών προς τη χώρα.

Στις αρχές Φεβρουαρίου, είχε σημειωθεί μία ακόμη απροκάλυπτη παρέμβαση, όταν ο Ερντογάν είχε συναντήσει τον Μουράτ Τσετίνκαγια, κεντρικό τραπεζίτη της Τουρκίας, για να συζητήσουν «τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού και την ενθάρρυνση επενδύσεων», όπως είχε δηλώσει ο προεδρικός σύμβουλος Τσεμίλ Ερντέμ. «Αν υιοθετήσεις τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, αν υιοθετήσεις μεταρρυθμίσεις στην παραγωγή... αν δημιουργήσεις νέες πηγές για το τραπεζικό σύστημα, (τότε) θα υποχωρήσουν τα επιτόκια δανεισμού. Πήραν αποφάσεις (κατά τη διάρκεια της συνάντησης) ώστε να υιοθετήσουν αυτές τις μεταρρυθμίσεις», είχε δηλώσει ο Ερντέμ στο τουρκικό τηλεοπτικό δίκτυο TRT. Παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που δέχεται, η τουρκική κεντρική τράπεζα κατάφερε να αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού κατά 500 μονάδες βάσης το 2017, και πλέον το βασικό επιτόκιο δανεισμού έχει διαμορφωθεί στο 12,75%.

Προειδοποιητικά καμπανάκια από διεθνείς οργανισμούς και οίκους αξιολόγησης

Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα ο ένας μετά τον άλλον διεθνείς οργανισμοί όπως το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ προειδοποιούν για υπερθέρμανση της τουρκικής οικονομίας, που την καθιστά ευάλωτη σε πιθανή επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος.

Στις αρχές Μαρτίου, ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s είχε υποβαθμίσει το αξιόχρεο του τουρκικού δημοσίου κατά μία βαθμίδα, επικαλούμενος την επιδείνωση του θεσμικού πλαισίου και το γεγονός πως η Τουρκία έχει γίνει ακόμη πιο ευάλωτη σε εξωτερικά οικονομικά σοκ και σε γεωπολιτικά ρίσκα. Ολοι τους επισημαίνουν την ανάγκη για περιορισμό των μέτρων στήριξης της οικονομίας που είχε λάβει ο Ερντογάν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 και για σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής, ώστε να υποχωρήσει ο πληθωρισμός και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην τουρκική οικονομία. «Τέτοια ήταν η δύναμη της ανάκαμψης, ώστε τώρα η οικονομία είναι αντιμέτωπη με σημάδια υπερθέρμανσης: θετικό χάσμα παραγωγής, πληθωρισμός πολύ πάνω από τον στόχο και ένα ευρύτερο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Αυτά ενισχύουν τη δυνητική έκθεση της Τουρκίας σε μεταβολή των παγκόσμιων συνθηκών και υπογραμμίζουν την ανάγκη για αντιμετώπιση των προβλημάτων», αναφέρεται στην ανακοίνωση του ΔΝΤ μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας επιθεώρησης της τουρκικής οικονομίας στα μέσα του Φεβρουαρίου.

Ο πληθωρισμός βρίσκεται γύρω στο 10%, δηλαδή πολύ πάνω από τον στόχο της τουρκικής κεντρικής τράπεζας για περιορισμό του στο 5%. Η ενίσχυση του πληθωρισμού οφείλεται αρχικά στην υποτίμηση της τουρκικής λίρας, λέει το ΔΝΤ, και εν συνεχεία στην ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης και στην αύξηση του κόστους των εισαγωγών. Αν δεν υπάρξει αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, ο πληθωρισμός πιθανότατα θα εξακολουθεί να είναι διψήφιος στο τέλος του 2018, προβλέπει το ΔΝΤ. Εξίσου απαισιόδοξη είναι η πρόβλεψη του Ταμείου για το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Τουρκίας, το οποίο προβλέπει ότι θα παραμείνει πάνω από το 5% του ΑΕΠ το 2018. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά το 2017, αλλά η ενίσχυση των τιμών της ενέργειας, η ισχυρή εσωτερική ζήτηση και η αύξηση των εισαγωγών χρυσού οδήγησαν στη διεύρυνση του ελλείμματος το 2017, λέει το Ταμείο.


Στις αρχές Μαρτίου, ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s υποβάθμισε το αξιόχρεο του τουρκικού δημοσίου κατά μία βαθμίδα.

Παρά την ισχυρή ανάπτυξη των εμπορικών εταίρων της Τουρκίας και την ανάκαμψη του τουρκικού τουρισμού, οι παράγοντες που οδήγησαν σε αύξηση του ελλείμματος πέρυσι θα ισχύσουν και το 2018, «ενώ οι ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης θα εξακολουθήσουν να είναι μεγάλες. Τα συναλλαγματικά αποθέματα είναι χαμηλά, καλύπτοντας περίπου το ήμισυ των αναγκών εξωτερικής χρηματοδότησης της Τουρκίας», προειδοποιεί το ΔΝΤ. Το αποτέλεσμα είναι η Τουρκία να βρεθεί προ πολύ σημαντικών απειλών αν (ή μάλλον όταν) επιδεινωθεί το διεθνές επενδυτικό κλίμα. To ΔΝΤ συνοψίζει τις απειλές που περιτριγυρίζουν την Τουρκία ως εξής: «Μεγάλες ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης, περιορισμένα συναλλαγματικά αποθέματα, διαρκώς αυξανόμενη εξάρτηση από βραχυπρόθεσμες κεφαλαιακές ροές και μεγάλη έκθεση των εταιρειών στο συναλλαγματικό ρίσκο». Παρεμφερής είναι και η αξιολόγηση της τουρκικής οικονομίας και των απειλών που αντιμετωπίζει από τον ΟΟΣΑ.

Στην πιο πρόσφατη έκθεση του διεθνούς οργανισμού τον Νοέμβριο του 2017, οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ προειδοποιούν ότι «οι χρηματοπιστωτικές απειλές εξακολουθούν να είναι σημαντικές, εξαιτίας του μεγέθους των αναγκών εξωτερικής χρηματοδότησης που είναι προϊόν του επίμονα υψηλού ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Ο δανεισμός πολλών μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά, περιορίζοντας τα περιθώρια για επιπλέον δανεισμό και για επενδύσεις». Οι ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης της Τουρκίας πλησιάζουν το 25% του ΑΕΠ, «καθιστώντας την οικονομία ευάλωτη σε αναταραχές στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες», προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ. Τέλος, ο Moody’s, στο σκεπτικό της απόφασης για την υποβάθμιση της τουρκικής οικονομίας στις 8 Μαρτίου, αναφέρει ότι η κυβέρνηση Ερντογάν επικεντρώνεται σε βραχυπρόθεσμα μέτρα, υπονομεύοντας την αποτελεσματική άσκηση νομισματικής πολιτικής και τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ