ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Κατά πόσον πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί;

ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΛΑΣ*

Στον δείκτη «ποιότητας θεσμών και κανονισμών» είμαστε... ουραγοί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​ε πρόσφατο ρεπορτάζ η «Καθημερινή» αναφέρθηκε σε μελέτη του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ σύμφωνα με την οποία ο μέσος (καθαρός) μηνιαίος μισθός στον ιδιωτικό τομέα βρίσκεται κάτω των 700 ευρώ για το 37,4% των εργαζομένων ενώ, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, το 29,8% των εργαζομένων λαμβάνει καθαρές μηνιαίες αποδοχές κάτω των 1.000 ευρώ. Βάσει λοιπόν των προαναφερθέντων, τίθεται επιτακτικά το ερώτημα: χρειάζεται, και κατά πόσον, αύξηση των μισθών το 2018;

Για να απαντήσω στο παραπάνω ερώτημα, σημειώνω ότι οι μισθοί στο σύνολο της οικονομίας μας επηρεάζονται: α) θετικά από το γενικό επίπεδο τιμών, β) θετικά από την παραγωγικότητα εργασίας, γ) θετικά από την ανταγωνιστικότητα τιμών της οικονομίας μας (τιμές εισαγωγών προς εγχώριες τιμές), και δ) αρνητικά από το ποσοστό ανεργίας. Στην Ελλάδα η απόκλιση των μισθών από τα λεγόμενα economic fundamentals, δηλαδή από τις δυνατότητες της οικονομίας, εμφανίζει σε γενικές γραμμές την παρακάτω εικόνα:

• Σημαντική αρνητική απόκλιση μέχρι και 7,77% παρουσιάστηκε τη δεκαετία του 1970 κυρίως λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της κρίσης πετρελαίου.

• Σημαντική θετική απόκλιση της τάξης του 8,12% παρουσιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ως αποτέλεσμα της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ να «προωθήσει» εξαιρετικά γενναιόδωρες αυξήσεις μισθών.

• Σημαντικές αρνητικές αποκλίσεις μέχρι και 10,78% παρουσιάστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως αποτέλεσμα της κατάργησης της υποχρεωτικής εκχώρησης Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ) στους μισθούς.

• Μετά την είσοδό μας στο ευρώ, οι μισθοί κινήθηκαν μέχρι και 7,12% πάνω από τις δυνατότητες της οικονομίας. Στη διάρκεια της περιόδου 2013-2017 όμως, και (βέβαια) λόγω μνημονίων, η θετική «απόκλιση» των προηγούμενων ετών ανατράπηκε με βίαιο τρόπο. Σημειώνω ότι, για το 2017, το οικονομετρικό μοντέλο Liverpool εκτιμά ότι οι μισθοί στο σύνολο της οικονομίας κινήθηκαν 3,59% κάτω από τις οικονομικές μας δυνατότητες.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι ονομαστικοί μισθοί θα μπορούσαν, άμεσα, να αυξηθούν κοντά στο 3,6%. Εδώ λοιπόν τίθεται το εύλογο ερώτημα: Στον βαθμό που αυτό συμβεί δεν πρόκειται να επιβαρυνθεί αρνητικά η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας;

Πιστεύω ότι τέτοια αρνητική εξέλιξη δεν πρόκειται να λάβει χώρα. Και τούτο επειδή η επίδραση άλλων ποσοτικών και ποιοτικών μεταβλητών στη διεθνή μας ανταγωνιστικότητα είναι πολλαπλώς μεγαλύτερη από την αύξηση των ονομαστικών μισθών. Αναφέρομαι χαρακτηριστικά: α) στον υψηλό συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων (ο οποίος, ευρισκόμενος στο 29%, υπερβαίνει κατά πέντε περίπου ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ) και β) στον δείκτη «ποιότητας των θεσμών και κανονισμών» (regulatory quality) της World Bank (http://info.worldbank.org/governance/wgi/#home), ο οποίος καταγράφει την ικανότητα του κράτους να δημιουργεί/εφαρμόζει πολιτικές οι οποίες παροτρύνουν την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Στον δείκτη αυτό βρισκόμαστε σε χειρότερη θέση από την... Αλβανία, αλλά τουλάχιστον ξεπερνάμε τους γείτονες της FYROM...

Πράγματι, τόσο ο συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων όσο και οι επιδόσεις μας στην ποιότητα θεσμών και κανονισμών λειτουργούν ως μεγαλύτερο «βαρίδι» από την αύξηση των μισθών έως και 3,6%, η οποία, εντέλει, αναπληρώνει μέρος του χαμένου εισοδήματος της περιόδου 2013-2017!

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του Ερευνητικού Τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ