ΕΛΛΑΔΑ

500 λέξεις με τον Γιάννη Ευσταθιάδη

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: 500 Λέξεις

Ο Γιάννης Ευσταθιάδης (Αθήνα, 1946) έχει εκδώσει ποιήματα, διηγήματα, μικρά πεζά, μουσικά δοκίμια και γαστρονομικά κείμενα (ως Απίκιος). Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών για τα «Μουσικά Δοκίμια» (2012). Είναι μουσικός παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα. Τελευταίο βιβλίο: «Κλεινόν», Μυθιστορίες για την Αθήνα (Μελάνι, 2017)

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Εχοντας από καιρό αντιστρέψει τον Προυστ και για χρόνια πλαγιάζω αργά, δεν έχω ποτέ κανένα βιβλίο πλάι μου. Αντιθέτως, έχω πάντα ένα τρανζιστοράκι με το οποίο αναζητώ καμιά –μικρή, έστω– νυχτερινή μουσική.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Ο μπαρμπα-Γιαννιός, από τον «Ερωτα στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη. Οχι μόνο γιατί λατρεύω τη θαλπωρή του λευκού («εις την χιόνα έπεσε χιών»), αλλά και, κυρίως, γιατί θέλω να με καλύψουν, ως άλλη χιών, μερικές από τις πιο μεγάλες σελίδες της λογοτεχνίας μας.

Διοργανώνετε ένα δείπνο. Ποιους συγγραφείς καλείτε, ζώντες και τεθνεώτες;
Θα καλούσα μόνο τεθνεώτες, οι οποίοι είναι γενικώς ολιγοφάγοι, και μόνο Ελληνες, γιατί μπορώ να τους ζητήσω να φέρουν κάποια καλούδια: ο Παλαμάς τα «χρυσά τα χτένια», ο Σολωμός σολομό, ο Σαχτούρης τον «τρελό λαγό» του, ο Καρούζος την «έλαφον των άστρων», ο Ελύτης και ο Εμπειρίκος, για επιδόρπιο, καρπούς από «τρελή ροδιά» και «χειμερινά σταφύλια».

Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Την κατάσταση στη Σοβιετική Ενωση από το βιβλίο «Η πίπα του Στάλιν και άλλα αντισοβιετικά ανέκδοτα». Μόνο που ποτέ το χιούμορ δεν είχε τόσο θλιμμένη αντιστοιχία και το γέλιο τέτοια αντίστιξη με το μαύρο.

Ποιο είναι το βιβλίο που έχετε διαβάσει τις περισσότερες φορές;
«Η γυναίκα της Ζάκυθος», «Η κορομηλιά» του Κοσμά Πολίτη, το «Για ένα φιλότιμο» του Ιωάννου, το «Μετάξι» του Μπαρίκο.

Η Αθήνα: σκηνικό, μύθος, ηρωίδα, τι ακριβώς;
Σκηνικό, σίγουρα. Μύθος, εν μέρει. Ηρωίδα, όχι. Ηρωες είναι οι άνθρωποι. Τι θα ήταν μια πόλη χωρίς τους ανθρώπους της. Προσπάθησα να λειτουργήσω ως αόρατος ηχολήπτης που καταγράφει αφηγήσεις τρίτων, συνταιριάζοντας διαφορετικές ιδιότητες προσώπων για να δώσω μια πολυπρισματική οπτική της πόλης.

Σε ποιο βαθμό οι ιστορίες στο τελευταίο σας βιβλίο ακροβατούν ανάμεσα στη μυθοπλασία και στη μαρτυρία; Και ποιος κερδίζει;
Ολα τα στοιχεία για τα πρόσωπα είναι πραγματικά και ακριβή (χρονολογίες, συμβάντα, βιογραφικά). Ομως, τα λόγια που βάζω στο στόμα τους είναι αυτό που θα ήθελα να πουν, και κάποτε προσθέτω αναμνήσεις μου. Αρα, μαρτυρίες με μυθοπλαστικές παρεμβάσεις. Πάντως, όποιος κι αν κερδίζει, προέχει η πόλη που αγαπώ χωρίς βάσιμο λόγο. Θυμίζω τον Georges Braque: «Ερωτας είναι ό,τι αγαπάμε χωρίς βάσιμο λόγο».

Εχετε Facebook, Twitter κ.λπ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;
Δεν έχω, κι αυτό για να εμπλουτίζω το γράψιμο και το διάβασμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ