ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Στη Γερμανία αναζητούμε βιώσιμους συμβιβασμούς»

ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Εφθασε στη Γερμανία με τους γονείς του μόλις 5 ετών. Στα 35 του, ο Δημήτρης Αξουργός εξελέγη δήμαρχος με ποσοστό 56,3%.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Καλημέρα» άκουσα στην άλλη άκρη της γραμμής όταν κάλεσα στο τηλέφωνο τον νεοεκλεγέντα δήμαρχο της πόλης Σβέρτε στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία. Με ύφος λίγο «απολογητικό» μου είπε πως δεν μιλάει τόσο καλά ελληνικά όσο θα ήθελε, αλλά του αρέσει να μιλάει τη «μητρική του γλώσσα». Ο Δημήτρης Αξουργός, ο νέος δήμαρχος μιας βορειοδυτικής γερμανικής πόλης 46.000 κατοίκων, γεννημένος πριν από 35 χρόνια στα Ιωάννινα, αποτελεί ένα ακόμη από τα πολλά παραδείγματα των Ελλήνων της διασποράς που καταφέρνουν να γράψουν το δικό τους προσωπικό success story, διαιωνίζοντας παράλληλα για εμάς στην Ελλάδα το «υπαρξιακό» ερώτημα, γιατί ενώ στο εξωτερικό οι Ελληνες ατομικά προοδεύουν, η Ελλάδα συλλογικά δεν μπορεί να ορθοποδήσει;

Οι γονείς του Δημήτρη Αξουργού μετανάστευσαν στη Γερμανία όταν εκείνος ήταν μόλις 5 ετών, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον για την οικογένειά τους. Ο νεοεκλεγείς δήμαρχος με πτυχίο στην Ιστορία και στην Κοινωνιολογία, παράλληλα με τις σπουδές του οργανώθηκε από τα 18 του στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και σε ηλικία μόλις 21 ετών εξελέγη δημοτικός σύμβουλος της περιοχής. Πριν από δύο Κυριακές ήρθε η κορυφαία στιγμή στη μέχρι τώρα πορεία του. Με ποσοστό 56,3% κατάφερε να βρεθεί στον δημαρχιακό θώκο, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των συμπολιτών του.

Τον ρωτώ εάν η γερμανική κοινωνία είναι «ανεκτική» σε έναν μη Γερμανό. Η απάντησή του ξεκάθαρη: «Εάν εργάζεσαι σκληρά και προσπαθείς για το καλύτερο, μπορείς να πετύχεις πολλά στη Γερμανία. Η πλειονότητα του γερμανικού πληθυσμού είναι ανεκτική έναντι των μεταναστών συμπολιτών τους, εκτός από μερικές εξαιρέσεις που προέρχονται από την ακροδεξιά πτέρυγα του πολιτικού συστήματος».

Του υπενθύμισα πως πολλοί Ελληνες κατά τη διάρκεια της βαθιάς οικονομικής κρίσης είδαν στη Γερμανία το «απόλυτο κακό» για τα δεινά της χώρας. Τι πιστεύουν αντίστοιχα οι Γερμανοί για τους Ελληνες; «Η Ελλάδα θεωρείται από τους Γερμανούς μία χώρα ιδανική όχι μόνο για διακοπές αλλά και ως γαστρονομικός προορισμός. Αυτό δεν άλλαξε με τη χρηματοπιστωτική κρίση» μου εξηγεί, προσθέτοντας πως «οι Γερμανοί κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ του κράτους και των απλών πολιτών». Η τελευταία φράση του θα μπορούσε να υπονοεί μία «γερμανική ενόχληση» για τη χορήγηση δανείων προς την Ελλάδα, θέμα που πήρε μεγάλη έκταση τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Τον ρωτώ σχετικά και μου απαντά διπλωματικά μεν, με ειλικρίνεια δε, πως πράγματι ο Γερμανοί πολίτες «είδαν το θέμα των δανείων με κάποια περίσκεψη», προσθέτοντας όμως πως «τα μεγάλα ελληνικά επιτεύγματα, όπως η Δημοκρατία και η Φιλοσοφία συνεχίζουν να εμπλουτίζουν το γερμανικό πολιτικό σύστημα».

Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τους Γερμανούς να έχουν οικοδομήσει ένα τόσο ισχυρό κράτος και η Ελλάδα αντίθετα να μπαίνει τόσο συχνά σε κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δίνες που την οδηγούν σε αδιέξοδα; Η απάντησή του μοιάζει τόσο απλή και όμως ταυτόχρονα τόσο «δύσκολη». «Η γερμανική πολιτική κουλτούρα χαρακτηρίζεται από τη συνεχή αλληλεπίδραση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που καταλήγει σε έναν βιώσιμο συμβιβασμό και τελικά βοηθάει τη χώρα να πάει μπροστά».

«Πολιτική για τη νέα γενιά»

Πώς βλέπει εκείνος τα πράγματα στην Ελλάδα με την απόσταση που τον χωρίζει από τη χώρα; Η απάντησή του λακωνική: «Ελπίζω ότι η Ελλάδα εντός της Ευρώπης, με αγαστές σχέσεις με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ειδικά με τη Γερμανία, θα καταφέρει να λύσει τα προβλήματά της. Θα ήθελα να δω στην Ελλάδα μια προοδευτική πολιτική και πρώτα από όλα μια πολιτική υπέρ της νέας γενιάς».

Τον ρωτώ αν έχει σκεφθεί πώς θα ήταν το μέλλον του στην Ελλάδα και αν η χώρα που ζει αποτέλεσε το «κλειδί» της ανέλιξής του. «Δεν μπορώ να ξέρω πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν είχα παραμείνει στη χώρα μου. Μπορώ να μιλήσω τώρα για τη δική μου εμπειρία η οποία μου έχει δείξει πως όλοι, δίχως εξαίρεση, με την απαιτούμενη εργατικότητα, σύνεση και αφοσίωση μπορούν να προοδεύσουν στην Ελλάδα, στη Γερμανία, αλλά και παντού στον κόσμο».

Στην Ελλάδα ταξιδεύει σχεδόν κάθε χρόνο. Του αρέσει, όπως λέει, να επιστρέφει στη «χώρα γέννησής του» και ειδικά στα Ιωάννινα. «Η Ελλάδα δεν μου δίνει μόνο προορισμούς για διακοπές. Νιώθω συνδεδεμένος με τους ανθρώπους της χώρας και την οικογένειά μου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ