ΒΙΒΛΙΟ

Το σώμα απέναντι

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
Η γη του θυμού
εκδ. Νεφέλη, σελ. 64

Η ​​γη του θυμού δεν είναι μυθοπλαστικός τόπος. Ούτε ουτοπία ούτε εφιάλτης. Είναι η πιο πυκνοκατοικημένη επικράτεια της πραγματικότητας. Εκεί, δηλαδή εδώ και τώρα, συνωθούνται ζωές που ωρύονται, ρημαγμένες από τον πόθο και τον τρόμο του αφανισμού, ζωές τρεμάμενες, τυλιγμένες σε «ανόθευτο σκοτάδι». Ο Χρήστος Χρυσόπουλος περιδιαβαίνει την Αθήνα, όπου ανακαλύπτει μια αιμάσσουσα γη, κατοικημένη από ανθρώπους έξαλλους από θυμό· ανθρώπους σπαραγμένους από ανεκπλήρωτο μίσος, σωριασμένους στον πάτο της ύπαρξής τους που αναπνέουν σε έναν ασφυκτικό σφυγμό, άφωνους από φονικές, ανεπίστρεπτες λέξεις, ταπεινωμένους και γι’ αυτό ανήμερους, ανθρώπους που παραδίδονται στο κενό, όταν όλα όσα κάποτε γύρω τους τα αναγνώριζαν σαν ζωή, κατρακυλούν στο χάος.

Οι σκληρές, αφώτιστες όψεις της πόλης προκαλούν τον Χρυσόπουλο να σκεφθεί τον θυμό που δεν ελπίζει, τον θυμό το θήραμα του οποίου είναι ο ίδιος ο θυμωμένος. «Είναι θυμός τυφλός, παροξυσμικός και δειλός». «Αυτό και μόνο. Αυτό το θλιβερό. Το τυφλό και απαίσιο». Η αφήγηση τεμαχίζεται σε σύντομα στιγμιότυπα στα οποία εικονογραφείται με λόγο προφορικό η βία που βοά στην πόλη. Η οργή την πολιορκεί σαν αόρατο πλέγμα, που στραγγαλίζει τους πιο απελπισμένους, τους πιο εκτεθειμένους. Οι σταθμοί του μετρό, οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, τα γραφεία, τα διαμερίσματα δεν είναι φανταστικοί τόποι. Είναι σφαγεία, πεδία σφοδρότατων, αδιάκοπων αντιδικιών, τόποι, ιδιωτικοί και δημόσιοι, απερίφραστης επιθετικότητας. Εκεί παρεισδύει ο υποψιασμένος περιπατητής και υποκλέπτει εκρήξεις και καβγάδες, εκκωφαντικά παράπονα και φωνές σπασμένες από την απόγνωση που αποζητεί ένα θύμα για να κατευναστεί. Η ένταση των διαλογικών στιγμιοτύπων εκπνέει σε χαμηλότονες κατακλείδες, που ο χαμός των λέξεων καταλαγιάζει σε νηφάλιο στοχασμό.

Ο Χρυσόπουλος μιλάει, επίσης, για τον θυμό που σιγεί, για τις σιωπές όπου συρίζουν ουρλιαχτά. Μία ματιά, ένα νεύμα, μια απονενοημένη χειρονομία, μια παράτονη συγχορδία στο ηχόχρωμα, αρκούν για να φανερώσουν την οργή που φιμώνουν. Ενα αγόρι θυμωμένο με όλα εκείνα τα χαρτιά που στοιβαζόταν μέρα τη μέρα η ζωή του, τους βάζει φωτιά και πετάει τις φλεγόμενες σελίδες από το μπαλκόνι. Στο πύρινο κομφετί διαλάμπουν οι άφατες λέξεις του θυμού του. «Είχε θεριέψει μέσα του μια φωτοβόλος έξαρση». Μια αλλόκοτη, αλλοπαρμένη συγκίνηση μάτωνε τα μάτια του καθώς πετούσε φωτιές στον αέρα.
Υπάρχει ακόμα ο θυμός που παραληρεί. «Στην πτώση τα σώματα εξισώνονται». Ενας άντρας και μία γυναίκα αλλάζουν σώματα «στον θυμό απάνω». Ορμούν έξαλλοι στο απέναντι σώμα και πέφτουν ο ένας μέσα στις σάρκες του άλλου. Η εξωφρενική αντιμετάθεση αποθεώνει τον παραλογισμό της αλληλοσφαγής. Η επιθυμία της καταστροφής αποκαλύπτεται ως αντεστραμμένη ενόρμηση αυτοκαταστροφής. Εγκλωβισμένος στο σώμα της γυναίκας, ο άντρας παλεύει με το σώμα απέναντί του, το δικό του. «Πάρε τα χέρια μου από πάνω μου», της λέει. Συνταρακτική η φράση, ενδεικτική της βίας που επιφυλάσσουμε εις εαυτόν. Ο εσωτερικευμένος θυμός διαχέεται υποδόρια, ζεματίζοντας την ύπαρξη, παραμορφώνοντας τα καθησυχαστικά της γνωρίσματα, κατακαίγοντας την ανθρώπινη επίφασή της, κάνοντας στάχτη κάθε αναστολή.

Στο βιβλίο σταχυολογούνται οι πιο τρομακτικές όψεις της πόλης, οι χειρότερες στιγμές της. Ο Χρυσόπουλος προσηλώνει την προσοχή του στους εξαγριωμένους κατοίκους και με δεξιοτεχνία ευαίσθητου συλλέκτη ξεδιαλέγει από το όλον το μερικό, μεταφέροντας στις σελίδες την άγρια θλίψη τους. Χωρίς την παραμικρή συναισθηματική φόρτιση, με φράσεις εξόχως πυκνές που προοιωνίζονται την εμβοή της εκπυρσοκρότησης, φλογισμένες σαν να τις διαρρέει ηλεκτρικό ρεύμα, με εναλλαγή έκρυθμων διαλόγων και λόγιων κατακλείδων, με αντιστίξεις κραυγών και υπόκωφων μελών, συνθέτει ένα πολυφωνικό χορικό, ένα ποίημα για την αττική τραγωδία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ