ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δοχείο ζωής. Εργοδότης μου, η ζωή. Καλυπτική αρχιτεκτονική. Ειλικρινής αρχιτεκτονική. Αληθινή αρχιτεκτονική. Κριτικός τοπικισμός. Με λογισμό και μ’ όνειρο (αλλά όχι φαντασία). Η αρχιτεκτονική φυτρώνει στη γη. Θεόκτιστη δομή. Νιτσεϊκή οργή. Ο Αρης Κωνσταντινίδης ήταν και διέθετε όλα αυτά. Αποθησαύριζε την αρχιτεκτονική παράδοση της χώρας και τη μετασχημάτιζε σε ένα νέο κτίσμα, που φιλοξενούσε ζωή – αυτό είχε πάντοτε στο μυαλό του όταν σχεδίαζε.

Φέτος συμπληρώνονται 25 χρόνια από τον θάνατό του (18/9/1993) και 105 από τη γέννησή του (4/3/1913). Γεννημένος στην Αθήνα, ο Αρης Κωνσταντινίδης, όταν τελείωσε το Βαρβάκειο Πρακτικό Σχολείο, το 1931, ταξίδεψε στο Μόναχο για να σπουδάσει αρχιτεκτονική. «Χρόνια αξέχαστα, όχι τόσο για τις σπουδές, αλλά για τα ταξίδια που έκανα – με μπάσαν στον κόσμο της τέχνης που σπούδαζα», έλεγε ο ίδιος. Αυτά τα ταξίδια συνέχισε να κάνει όταν επέστρεψε το 1936 στην Αθήνα. Περπάτησε και φωτογράφισε την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της χώρας, επισκέφθηκε και μελέτησε τα νησιά και την ενδοχώρα, αφομοίωσε την Αθήνα και την ιστορία της. Ο Αρης Κωνσταντινίδης αντελήφθη τις ανάγκες της χώρας και, κυρίως, των ανθρώπων της, φιλτράροντάς τες με το βλέμμα του ανθρώπου που ταξίδεψε και σπούδασε στην Ευρώπη, που είδε τον μοντερνισμό του 20ού αιώνα να αλλάζει τον κόσμο και τις πόλεις.


Ξενοδοχείο «Τρίτων» - Ξενία στην Ανδρο (1958). Σήμερα, καταρρέει αφημένο...

Το 1951 παντρεύτηκε τη γλύπτρια Ναταλία (ή Νάτα) Μελά και απέκτησαν τον Δημήτρη Κωνσταντινίδη, αρχιτέκτονα, και την Αλεξάνδρα Τσουκαλά, ντιζάινερ. Εργάστηκε στην Πολεοδομική Υπηρεσία (1938-1942) και κατόπιν στο υπουργείο Δημοσίων Εργων (1938-1942). Από το 1955 έως το 1957 εργάστηκε στον ΟΕΚ. Από το 1957 έως το 1978 –με ενδιάμεση επταετή διακοπή κατά τη δικτατορία, όπου δίδαξε στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης– διετέλεσε προϊστάμενος και μεταδικτατορικά ειδικός σύμβουλος του ΕΟΤ. Ο Αρης Κωνσταντινίδης δεν ήταν ένας άλλος «δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών», όπως έγραφε ο «προσφάτως μετατεθείς εις Πρέβεζαν» Καρυωτάκης – ο αρχιτέκτονας υπήρξε ένας φιλόσοφος που έχτιζε, ένας καθημερινός βιογράφος των πόλεων και της ιστορίας που αναζητούσε απλώς μιαν αλήθεια, τη δική του αλήθεια.

Με εργοδότη τη ζωή

Με εργοδότη την ίδια τη ζωή, όπως του άρεσε να λέει και να γράφει, βρήκε τη «θεόκτιστη δομή», που προϋπήρχε στη χώρα μας από αρχαιοτάτων χρόνων (όπως δείχνουν οι ναοί και οι κατοικίες που διαχρονικά ανασκάπτονται), σε τρεις απαραίτητες προϋποθέσεις για το «ειλικρινές» δοχείο ζωής: τον κλειστό εσωτερικό χώρο, την αυλή και έναν ημιυπαίθριο χώρο, ως χώρο-γέφυρα, ως σημείο μετάβασης από το μέσα στο έξω. Με δύο βασικές αρχές κατά νουν, την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και την ανάγκη του ανθρώπου της Μεσογείου να περνάει αρκετό χρόνο έξω, ο Αρης Κωνσταντινίδης επέμενε στην αρχιτεκτονική χωρίς εντυπωσιασμούς, που δεν θα ήταν μέσον κοινωνικής επιβολής.


Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων (1966).

Το σολωμικό «με λογισμό και μ’ όνειρο», αλλά «όχι φαντασία, που οδηγεί στη μίμηση», έλεγε ο Αρης Κωνσταντινίδης, τον στοίχειωσε ώς το τέλος, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1993. Εχοντας χτίσει και γράψει, έχοντας σκεφτεί και αποδομήσει, ο Αρης Κωνσταντινίδης καταγράφεται στους σπουδαιότερους αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα. Εχουν γραφτεί εκατοντάδες εργασίες για το έργο και την προσωπικότητά του, έχει προκληθεί συνέδρια για την προσφορά του, έχουν γυριστεί ταινίες για την παρουσία του. Το σήμερα, το χθες, το αύριο είναι μια ενότητα, έλεγε. Το χθες το μελέτησε, το σήμερα το έχτισε. Το αύριο;


Ξενοδοχείο Ξενία στη Μύκονο (1960).

Εργατικές κατοικίες και Ξενία από έναν... δύστροπο αρχιτέκτονα

Το πρώτο του έργο ήταν μια εξοχική κατοικία στην Ελευσίνα, το 1938. Οι μεγάλες έννοιες, με την πλήρη αυταξία, στο έργο του Αρη Κωνσταντινίδη αποκρυσταλλώθηκαν με τον πιο απτό και ξεκάθαρο τρόπο: έχτισε. Τις εργατικές κατοικίες Νέας Φιλαδέλφειας, Σερρών, Πύργου, Ηρακλείου Κρήτης και Αγίου Ιωάννη Ρέντη, από το 1955 ώς το 1957. Δημιούργησε το περίπτερο της Επιδαύρου (1958) και οκτώ Ξενία σε όλη τη χώρα: Καλαμπάκα (1959), Μύκονο (1960), Κοζάνη (1965), Ολυμπία (1964), Ανδρο (1958), Παλιούρι Χαλκιδικής (1962), Ηγουμενίτσα (1959), Πόρο (1964). Κατασκεύασε δύο μουσεία, στα Ιωάννινα (1966) και στην Κομοτηνή (1967). Εκανε την κατοικία του διπλωμάτη, κριτικού τέχνης, συλλέκτη και μεγάλου δωρητή του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Αλέξανδρου Ξύδη, στην οδό Αρχιμήδους στο Παγκράτι (1961), την εμβληματική εξοχική κατοικία του αξιωματικού Κ. Παπαναγιώτου στην Ανάβυσσο (1962) και, βέβαια, την εξοχική κατοικία του Γιάννη Μόραλη στην Αίγινα, από το 1974 ώς το 1978. Στα έργα του ξεχωρίζoυν το Περίπτερο των Εθνών, στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης το 1954, και η είσοδος του Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών. Τα έργα του είναι εκατοντάδες, καταδεικνύοντας την εμφανή προθυμία του να προσφέρει χώρους που μαζικά θα στέγαζαν ζωές· χώρους-δοχεία ζωής.

Φύτρωναν σαν λουλούδια

Σαν λουλούδια στο τοπίο φύτρωναν οι κατασκευές του, σαν μικρές εκρήξεις μοντερνισμού. Ο περίφημος «κριτικός τοπικισμός» του, η μοντερνιστική εκδοχή της λαϊκής αρχιτεκτονικής, η επιμονή του να κάνει πιο όμορφη τη ζωή με κτίρια που σέβονται τους ανθρώπους και το φυσικό ή αστικό περιβάλλον, τον έφερε πολλάκις σε σύγκρουση με τους συναδέλφους του αλλά και με τους εργολάβους, που αποζητούσαν, όπως έλεγε ο ίδιος, το εύκολο κέρδος, με σπίτια-κουτιά, κατά τον μεταπολεμικό κατασκευαστικό οργασμό. Ηταν πιστός ότι η πρόσοψη του κτιρίου έρχεται δεύτερη – ακολουθεί πάντοτε τον σχεδιασμό του εσωτερικού. «Οταν επέστρεψα στην Ελλάδα, κατάλαβα ότι όλα αυτά που είχα σπουδάσει ήταν χρήσιμα, αλλά όχι χρησιμοποιήσιμα», έλεγε ο ίδιος.


Εξοχική κατοικία στην Ανάβυσσο (1962).

Συγκρούσεις και οργή

Πέτρα, εμφανές μπετόν, σίδερο, ελάχιστα σοβατισμένα κτίρια, μόνον όπου η τοπική πέτρα δεν το επέτρεπε, ο Αρης Κωνσταντινίδης έχτιζε αφοσιωμένος στο προσωπικό του δόγμα ότι το κτίριο είναι η προσωποποίηση του είναι του ανθρώπου, εκείνο που καθορίζει το πνεύμα, την ισορροπία, την ποιότητα. Η αρχιτεκτονική δεν είναι ένα παιχνίδι της μόδας, πίστευε. Γι’ αυτό και οι συγκρούσεις με τους πελάτες του ήταν ομηρικές. Παραδεχόταν ο ίδιος ότι ήταν δύστροπος, ότι δεν βοηθούσε ιδιαιτέρως στην επικοινωνία, αλλά γινόταν έξαλλος με το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες υπέφεραν να καταλάβουν τι έχουν στην κατοχή τους. Εκεί εντοπίζεται η νιτσεϊκή οργή του: όπως ο φιλόσοφος θύμωνε με τη σκέψη της εποχής του, έτσι και ο αρχιτέκτονας τα έβαζε με τις κατασκευές της εποχής του. «Ο,τι έχω χτίσει δεν το αναγνωρίζω πια. Τα έχουν αλλάξει όλα», έλεγε. «Με άφηναν να τα κάνω και, όταν παρέδιδα, τα άλλαζαν». Το απόγειο της θλίψης και της οργής του σημειώθηκε, όπως ήταν βεβαίως φυσικό, στην απαξίωση των Ξενία, στη φθορά στην οποία παραδόθηκαν χρόνο με τον χρόνο. «Βλέποντάς τα όλα αυτά, είπα “προς τι όλο αυτό;” και έπαψα να σχεδιάζω εδώ και μια δεκαετία», αφηγείτο στα τέλη του ’80.

Βιβλιογραφία Αρη Κωνσταντινίδη

«Για την αρχιτεκτονική», ΠΕΚ, 2011. «Δυο “χωριά” απ’ τη Μύκονο. Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια. Ξωκκλήσια της Μυκόνου», ΠΕΚ, 2011. «Η αρχιτεκτονική της αρχιτεκτονικής», ΠΕΚ, 2011. «Τα θεόχτιστα», ΠΕΚ, 2008. «Μελέτες και κατασκευές», Αγρα, 1992. «Η άθλια επικαιρότητα», Αγρα, 1991. «Τα προλεγόμενα», Αγρα, 1989. «Αμαρτωλοί και κλέφτες ή η απογείωση της αρχιτεκτονικής», Αγρα, 1987. «Αρης Κωνσταντινίδης. Φωτογραφίες, σχέδια». Κέντρο Σύγχρονης Εικαστικής Δημιουργίας Ρεθύμνης – Δημοτική Πινακοθήκη Ρεθύμνης «Λ. Κανακάκις», 2000. Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, «Ο λόγος του αρχιμάστορα», Ινδικτος, 2000.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ