ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ* ΙΩΑΝΝΑ ΚΟΝΔΥΛΗ*

Εχουν δικαίωμα υιοθεσίας τα ομόφυλα ζευγάρια;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Καμία αρνητική επιρροή 

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ* ​​

Δεκαέξι ευρωπαϊκές χώρες αναγνωρίζουν σήμερα τον πολιτικό γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Πολύ περισσότερες (22) αναγνωρίζουν διάφορες μορφές τεκνοθεσίας ή αναδοχής για ομόφυλα ζευγάρια που έχουν παντρευτεί ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Η Ελλάδα, που με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, και αφού καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επέκτεινε το σύμφωνο συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, έχει μείνει πολύ πίσω. Διότι αντιμετωπίζει αυτά τα ζευγάρια ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Αντίθετα, οι χώρες που εξασφάλισαν την ισονομία είναι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες με το υψηλότερο επίπεδο κράτους δικαίου.

Η διεθνής εμπειρία αρκετών, πλέον, χρόνων, έχει δείξει ότι ένα ομόφυλο ζευγάρι μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα του παιδιού που θα αποκτήσει, όσο και ένα παραδοσιακό ζευγάρι. Τα παιδιά που θα ενηλικιωθούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα έχουν παρόμοια κοινωνική και συναισθηματική προσαρμογή με τα παιδιά που ενηλικιώνονται σε παραδοσιακό περιβάλλον. Δεν θα υπάρξει καμία αρνητική επιρροή στην κοινωνική ανάπτυξή τους, στις δεξιότητές τους, στην ευφυΐα τους, στην αυτοπεποίθησή τους, στις επιδόσεις τους στο σχολείο ή αργότερα στις ανώτατες σπουδές τους. Θα έχουν αρκετές ευκαιρίες να αποκτήσουν γυναικεία ή αντρικά πρότυπα καθώς δεν είναι πάντα απαραίτητο να τα αποκτήσουν από τους γονείς τους αλλά και από τους στενούς συγγενείς, τους φίλους της οικογένειας ή τους δασκάλους τους. Τα παιδιά αυτά θα ζήσουν μια φυσιολογική ζωή αντιμετωπίζοντας τις ίδιες δυσκολίες αλλά και παρόμοιες οικογενειακές συνθήκες με τα παιδιά των παραδοσιακών γάμων.

Η ισχυρότερη αντίρρηση στο να αποκτήσουν παιδιά τα ομόφυλα ζευγάρια έχει να κάνει με την αρνητική στάση της κοινής γνώμης. Ομως η κοινή γνώμη δεν δικαιούται να περιορίζει ατομικά δικαιώματα και να απαγορεύει δυνατότητες και εναλλακτικές επιλογές των ατόμων χωρίς σοβαρό λόγο.

Η νομιμοποίηση του γάμου και της τεκνοθεσίας δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο. Το κόστος της καθυστέρησης είναι μεγάλο για τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά ιδίως για τα παιδιά που στερούνται της ευκαιρίας να γίνουν μέλη μιας οικογένειας που θα τα προστατεύει και θα τα αγαπά.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι αν. καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 Απουσία διακριτών προτύπων

 ΙΩΑΝΝΑ ΚΟΝΔΥΛΗ*

 Στην αρχική της σύλληψη, η υιοθεσία θεσπίστηκε με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών του θετού γονέα (συνέχιση της λατρείας των εφεστίων θεών, του πατρογονικού ονόματος, διατήρηση της οικογενειακής περιουσίας). Τον τρόπο οργάνωσης του θεσμού εξέφραζε περιεκτικά το ρωμαϊκό ρητό «adοptio naturam imitatur» (η υιοθεσία μιμείται τη φύση).

Αργότερα, κυρίως κατά τον 20ό αιώνα, το κέντρο βάρους της υιοθεσίας, όπως άλλωστε και ολόκληρου του Οικογενειακού Δικαίου, μετατοπίστηκε. Εγινε παιδοκεντρικό, αποβλέποντας αποκλειστικά στο συμφέρον του παιδιού. Το συμφέρον αυτό δεν είναι μόνο περιουσιακό –και γενικότερα υλικό–, αλλά επίσης ψυχικό και ηθικό. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναγνωρίσει επανειλημμένως ως πρωταρχικό κριτήριο σε υποθέσεις επιμέλειας το συμφέρον του παιδιού. Στην απόφαση P.V. κατά Ισπανίας, απέρριψε την προσφυγή κατά του περιορισμού πρόσβασης στο παιδί του διεμφυλικού άνδρα που είχε κάνει έναν γιο με τη γυναίκα του πριν αλλάξει φύλο. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει σταθερό περιβάλλον στο παιδί. Το νομοσχέδιο που επιτρέπει την αναδοχή σε όσους έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, επαναφέρει τον προβληματισμό για τη δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια.

Το θετό παιδί είναι κατεξοχήν το τέκνο της ιδιωτικής βούλησης και αυτονομίας, αλλά δεν αποτελεί κριτήριο προσδιορισμού του εύρους των δικαιωμάτων των υποψήφιων θετών γονέων. Δεν πρόκειται για απόλαυση του δικαιώματος στη δημιουργία θετής οικογένειας –ένα ακόμη βήμα προς την πλήρη εξομοίωση των ομόφυλων ζευγαριών με τα ετερόφυλα– αλλά για προσφορά φροντίδας σε μικρά παιδιά. Η έλλειψη διακριτού πατρικού ή μητρικού προτύπου στην ομόφυλη οικογένεια, ο αντίκτυπος του αρνητικού κοινωνικού περίγυρου στην ψυχική ισορροπία του παιδιού και ο εύθραυστος χαρακτήρας των σχέσεων μεταξύ ομοφύλων καθιστούν τη σκοπιμότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας αμφίβολη. Ειδικότερα, μάλιστα, δεδομένου ότι αυτή δεν στηρίζεται σε προηγούμενες κοινωνικές έρευνες στην Ελλάδα. Εξάλλου, όλες οι έρευνες που διενεργήθηκαν στο εξωτερικό, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, αμφισβητούνται, διότι πραγματοποιήθηκαν σε μικρό δείγμα και στερούνται χρονικού βάθους.

* Η κ. Ιωάννα Ν. Κονδύλη είναι επίκουρη καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ