ΒΙΒΛΙΟ

Στο τιμόνι της Τράπεζας της Ελλάδος

Α. Δ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ*

ΝΙΚΟΣ Σ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ
Αλέξανδρος N. Διομήδης (1874-1950). Ενας αυθεντικός εκπρόσωπος
της αστικής τάξης
Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, σελ. 528

Ηταν πριν από 90 χρόνια που ξεκινούσε τη διαδρομή της η Τράπεζα της Ελλάδος, ως επιλογή εκσυγχρονισμού (θα λέγαμε με τη σημερινή ονοματολογία) της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτή πορευόταν υπό τον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο και κλυδωνιζόταν από τα κύματα του προσφυγικού, των πολέμων, της αποσταθεροποίησης. Στο πηδάλιο, πρώτος διοικητής, ο Αλέξανδρος Διομήδης, μια φιγούρα με σχεδόν μυθιστορηματική διαδρομή. Αυτή τη φιγούρα έρχεται να παρουσιάσει, αντλώντας από το προσωπικό και οικογενειακό αρχείο του Διομήδη, αλλά και από εκείνο της Bank of England, της Εθνικής, της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Νίκος Παντελάκης.
Βουλευτής και εν συνεχεία υπουργός Οικονομικών του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο Διομήδης εκτέθηκε από τα πρώτα του βήματα στην εμπειρία των διεθνών διαπραγματεύσεων. Από τις συνδιασκέψεις ειρήνης στη Χάγη μέχρι τις συνεχείς διαπραγματεύσεις για τον δανεισμό της Ελλάδας και τις διαδικασίες της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών, τρίβεται στην πρακτική της διεθνούς διπλωματίας.

Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και εν συνεχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, μετείχε στις συνεννοήσεις με τον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο, με τον οποίο βρέθηκε πολλές φορές σε αντιπαράθεση. Εξασφαλίζει τον σεβασμό αλλά και προξενεί ενόχληση σε βασικούς συντελεστές της εποχής. Η εναλλαγή φάσεων και διαθέσεων, μέσα από τη διεξοδική αλληλογραφία του με τον Εμμ. Τσουδερό, τον Ι. Δροσόπουλο, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον εγκαθιστά στο γενικότερο πολιτικό σκηνικό ως συντελεστή και ως μάρτυρα των γεγονότων συνάμα.

Επειτα από σύγκρουση με τον Βενιζέλο για το σχέδιο και τις επιλογές σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, με αφορμή την υπόθεση Παπαστράτου. Από τους πρωτεργάτες της δημιουργίας του «Ελεύθερου Βήματος» ως οργάνου του Κόμματος των Φιλελευθέρων για την προβολή της πολιτικής του, επιμένει να απευθύνεται –αρθρογραφία, διαλέξεις– στην κοινή γνώμη για να επεξηγεί τις θέσεις του.

Τα χρόνια της Κατοχής παραμένει στην Ελλάδα και προσπαθεί να προστατεύσει την Εθνική Τράπεζα από τη λεηλασία των περιουσιακών της στοιχείων.

Το κατοχικό δάνειο

Υποστήριξε με σθένος, ήδη από το 1947, την άποψη ότι το γερμανικό κατοχικό δάνειο αποτελούσε ξεχωριστή οφειλή της Γερμανίας προς την Ελλάδα και διαμαρτυρόταν έντονα γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις παρέλειπαν να το διεκδικήσουν.

Την περίοδο της ανασυγκρότησης υποστήριξε την ανάγκη ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας με τη βοήθεια ξένων επενδύσεων, αλλά με πυρήνα την Εθνική Τράπεζα, πράγμα που τον έφερε και πάλι απέναντι στον ξένο παράγοντα, αμερικανικό αυτή τη φορά – αλλά και στον Κυριάκο Βαρβαρέσο που είχε επανέλθει στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ.

Αντιπρόεδρος και εν συνεχεία πρόεδρος της κυβέρνησης το 1949, φεύγει από τη ζωή κληροδοτώντας στο Πανεπιστήμιο το σπίτι της Ρηγίλλης 18 (που επέπρωτο να παίξει ιδιότυπο ρόλο στην πολιτική ιστορία δύο δεκαετίες αργότερα!), αλλά και τη χρηματοδότηση για τον Βοτανικό Κήπο στην Ιερά Οδό. Παραγγέλλοντας η κηδεία του να γίνει χωρίς προσκλήσεις, επισημότητες, λόγους, άνθη…

Οταν δει κανείς το πώς τον αντιμετωπίζουν (και δι’ αυτού την Ελλάδα) οι ξένοι συνομιλητές και ιδίως οι διαπραγματευτές του χρέους, βλέπει στα μάτια τους μια πρόσληψη που παραπέμπει άλλοτε σε Στουρνάρα (που αντιλαμβάνεται πλήρως το διεθνές σύστημα), άλλοτε σε Βαρουφάκη (που επιχειρεί να πείσει ότι δεν είναι νοητό να γονατίσει η πραγματική οικονομία από την πίεση της σταθεροποίησης), άλλοτε ως Τσακαλώτο (που ξαναβρίσκει τις ισορροπίες), μέχρι την εκπληκτική απόφανση που θυμίζει τρόικα: «Ο Ελληνας δεν θεωρεί ένα υπογεγραμμένο πρωτόκολλο ως κάτι που τον δεσμεύει, αλλ’ απλώς ως μια βάση για συζήτηση. Αν δεν υπάρξει έλεγχος, η κατάσταση σταδιακά θα χειροτερεύει μέχρι να φτάσει στο σημείο όπου οι Ελληνες θα είναι έτοιμοι να αποδεχθούν τον έλεγχο ως μια αναγκαιότητα».

Ακροτελεύτιο: όταν στα πέτρινα χρόνια (το 1949) τίθεται το πικρό ζήτημα της συνέχισης της μισθοδότησης ή συνταξιοδότησης των οικογενειών υπαλλήλων της Εθνικής που βρίσκονται εκτοπισμένοι για πολιτικά φρονήματα, και όταν το συνδικαλιστικό όργανο της εποχής στρέφεται εναντίον της διοίκησης «εμφορούμενο από εθνικά ιδεώδη [...] αντιμετωπίζει την αντεθνικήν διαγωγήν των επικεφαλής του Ιδρύματος», απόμαχος ουσιαστικά ο Διομήδης (και πάντως επιτομή του αστισμού) συμπαρατάσσεται με τη διοίκηση μέχρι και στη Δικαιοσύνη. Με την άποψη ότι δεν ήταν σωστό «να στερηθούν του επιουσίου άρτου αι οικογένειαι των εν εκτοπίσει ευρισκομένων υπαλλήλων». Συναρπαστικό.

* Ο κ. Α. Δ. Παπαγιαννίδης είναι δικηγόρος-δημοσιογράφος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ