ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακές στη Λούτσα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

Τέσσερα χρόνια πόσες Κυριακές έχουν; Πάνω από τις μισές τις έχω περάσει σε μια παραλία στη Λούτσα. Σου ξεφυγε μια γκριμάτσα. Ξέρω, η Λούτσα δεν είναι περιοχή, είναι μονάδα μέτρησης ασχήμιας - πάει πακέτο με την απογοήτευση. Είσαι ας πούμε Δεκαπενταύγουστο σε νησί, κατεβαίνεις ώρα αιχμής στην παραλία, δεν βρίσκεις μισό εκατοστό αμμουδιάς ελεύθερο, κουνάς το κεφάλι λέγοντας «Λούτσα». Αναδύεσαι από μακροβούτι στις Κυκλάδες, σου φωνάζουν απέξω «πώς είναι;», απαντάς «άσ’ τα, Λούτσα». 

Τίποτε από αυτά δεν θυμάμαι όταν φτάνω στην παραλία του Αγίου Νικολάου μια Κυριακή με μποφόρ. Εδώ, αν δεν έχεις φάει όλο το φαΐ σου, μπορεί να βρεθείς ιπτάμενος στην Άνδρο - φυσάει οκτώ μήνες τον χρόνο. Ο αέρας θα κλείσει, πριν προλάβω, την πόρτα του αυτοκινήτου και θα ψεκάσει στα μάγουλά μου το σπρέι των κυμάτων που σκάνε στο ανατολικότερο σημείο της Αττικής, το ακρωτήριο Βελάνι. Όλοι το αποκαλούν «νησάκια», λόγω του ομώνυμου surf club. 

Μπορεί να ξεχαστείς ώρες στα βραχάκια και να χαζεύεις τον ουρανό που είναι γεμάτος φωσφοριζέ πανιά και τη θάλασσα που γίνεται πίστα για «καϊτάδες» και windsurfers. Μια φίλη μου από την Ασία, που το περασμένο καλοκαίρι ήρθε και κάναμε σερφ, ανέβασε φωτό στο Instagram γράφοντας: «Στο ελληνικό Μάουι». Εντάξει, υπερβολή. Όμως, αν είσαι αρχάριος στο σανίδι, θεωρείται καταξίωση να σηκώσεις πανί σε αυτή τη... Χαβάη αλά ελληνικά. Οι έμπειροι λένε ότι «εδώ ξεχωρίζει το σπουργίτι από τον γυπαετό». Τα σερφομάγαζα που λειτουργούν ως café, σχολές και μέρη ενοικίασης εξοπλισμού για σερφ είναι στέκια χειμώνα καλοκαίρι. Περνάς απέξω και φέρνει ο αέρας συζητήσεις για spins, kite loops και board-offs.

 Θέλει ταλέντο να διαβάσεις εφημερίδα με τέτοιο βοριά. Όμως, υπάρχει ένας κύριος που θεωρεί ότι αυτό είναι το ιδανικό μέρος. Τον βλέπω κάθε Κυριακή να παλεύει με τις σελίδες χωρίς να δυσανασχετεί. Μια φορά τη διάβαζε ανάποδα.

 Αν έχεις σκύλο μακρύτριχο, τον παίρνεις πίσω ρασταφάριαν. Ακόμα και μέρα που θες φούτερ, μικρά παιδάκια κάνουν μπάνιο στα ρηχά· αλβανάκια, ρουμανάκια που ζουν -ουάου, συμβαίνει κι αυτό- χωρίς ζακέτα στην παραλία. Σίγουρα θα συναντήσω μια Ελληνίδα μάνα που ουρλιάζει στο παιδί της επειδή το πέτυχε το κύμα και βράχηκε λίγο. Και θα αρχίσουμε με την παρέα μου «είναι σαν να σε πάει στον Παρνασσό και να σου πει μην παίξεις χιονοπόλεμο», «σαν να σε δεχτούν στο Χόγκουαρτς και να μη σου δώσουν ραβδί». 

Μια φορά ο βοριάς έφερε πάνω μου ένα γερμανικό σταυρόλεξο. Ανήκε σε μια κυρία γύρω στα 70, που επέλεξε να περάσει στην παραλία της Αρτέμιδας και όχι στο αεροδρόμιο τις ώρες του transit. Όσο δυναμώνει ο άνεμος, κάποιοι θα κυνηγάνε τα σκουπίδια τους και άλλοι απλώς θα τα κοιτάζουν να πετάνε. Μακάρι να σήκωνε ο αέρας όλα τα γυαλιά και τα πλαστικά από τον υγροβιότοπο της Αρτέμιδας και να τα έβαζε στα
πορτμπαγκάζ των δεύτερων.

 Δεν το κρύβω, θα χαρώ λίγο με αυτούς που προσπαθούν να παίξουν ρακέτες και οι συνθήκες δεν τους αφήνουν. Και θα θαυμάσω τους μαυρισμένους συνταξιούχους που είναι φιτ και κάθε Κυριακή στήνουν τουρνουά ρακέτας σε ειδικά διαμορφωμένο γηπεδάκι.

 Θα χαιρετήσω τον «σκυλάκο παραλίας». Κάθε Κυριακή διαλέγει συνοδοιπόρους και τους υιοθετεί για μία ώρα – όσο διαρκεί να πας και να επιστρέψεις από τη μία άκρη της παραλίας στην άλλη. Πάντα προπορεύεται και κοιτάζει με αγωνία πίσω για να βεβαιωθεί ότι έρχεσαι. Όταν αποχωριζόμαστε, του λέω πάντα «γεια σου, αχτένιστε» και νομίζω ότι σκέφτεται το ίδιο για μένα.  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ