ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Ο Μάης του ’68 και οι αρετές της ουτοπίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Μάης του ’68 ήταν μια ασυνήθιστη εξέγερση, καρναβαλική, γι’ αυτό, με συμβατικούς όρους, ακατάληπτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

«Δύο κίνδυνοι απειλούν συνεχώς τον κόσμο: τάξη και αταξία»
Πολ Βαλερύ

«Μέσα απ’ της βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω τη φωνή σου»
Δ. Σαββόπουλος

«Ημασταν πάντοτε της ήττας που νικάει την εξουσία/και ξαφνικά μας παρεδόθη αληθινά, τι τραγωδία»
Δ. Σαββόπουλος

Ή​​ταν μια κραυγή ο αντίλαλος της οποίας ακούγεται ακόμα και τώρα, πενήντα χρόνια μετά. Ελαβε χώρα ως ένα «συμβάν» –ένα ρήγμα της κανονικότητας– που έφερε στην επιφάνεια το παραμελημένο και μη συζητήσιμο. Εγινε, έκτοτε, σημείο αναφοράς. Τα γεγονότα του Μάη του ’68 (καταλήψεις πανεπιστημίων και εργοστασίων· ογκώδεις και ενίοτε βίαιες διαμαρτυρίες· εντυπωσιακά μαζικές απεργίες), όπως και όλο το 1968 στην Ευρώπη και την Αμερική, ήταν μείζονα νοηματοποιητικά γεγονότα. Αλλαξαν τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Τα θυμόμαστε μεν επετειακά, αλλά ο τρόπος που τα θυμόμαστε αντανακλά τις δικές μας κάθε φορά προτεραιότητες.

Οι συντηρητικοί εντοπίζουν στον «Μάη» την απαρχή πολλών από τα προβλήματα που εμφανίστηκαν αργότερα στις ανεπτυγμένες δημοκρατίες. Η αμφισβήτηση κάθε μορφής εξουσίας επιφέρει διάλυση και ασυδοσία. Η έμφαση στο «προσωπικό» παράγει αχαλίνωτο ατομισμό. Η απροϋπόθετη αναγνώριση του «άλλου» οδηγεί σε προβληματική «πολυπολιτισμικότητα», γελοία «πολιτική ορθότητα», και ασυγκράτητο «δικαιωματισμό».

Υπάρχουν τόσα ίχνη αλήθειας στη συντηρητική κριτική όσα και στην παλαιομαρξιστική άποψη ότι η «αστική δημοκρατία» είναι η εξωραϊσμένη πρόσοψη ενός συστήματος ταξικής ανισότητας. Βλέπει τα δέντρα, αλλά χάνει το δάσος. Ο Μάης εξέφρασε μια υπαρξιακή αναζήτηση ελευθερίας και νοήματος – ακριβώς αυτό που συνιστά τη μοναδικότητα του, κατά την έκφραση του Κορνήλιου Καστοριάδη, «ελληνο-δυτικού» πολιτισμού.

Χειραφέτηση

Ο Μάης εντάσσεται στο χειραφετητικό πρόταγμα που εγκαινιάζει η ελληνο-δυτική αντίληψη του κόσμου, τονίζει ο Καστοριάδης – το αίτημα διεύρυνσης της ελευθερίας, επιδίωξης της αυτονομίας, αυτο-θέσμισης της κοινωνίας. Oπως κάθε ιστορική δημιουργία, ο Μάης διαθέτει τη δική του ανεξάλειπτη ιδιαιτερότητα. Ως πρωτότυπο συμβάν αυτο-θεμελιώνεται και αποσταθεροποιεί την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων – τις εμπεδωμένες νοο-τροπίες. Το ρήγμα που επιφέρει απο-καλύπτει ό,τι θεωρείται αυτονόητο – καθιστά αντικείμενο συζητήσεως το μέχρι τώρα παραμελημένο. Οι συντηρητικοί τρομάζουν, δικαιολογημένα πιθανώς, όσο τρομάζει ο γονιός που καλείται από το μικρό παιδί του να του εξηγήσει την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Δεν είναι εύκολο.

Τι ήταν παραμελημένο μέχρι τον «Μάη του ’68» (και τα κινήματα της δεκαετίας του ’60 γενικότερα); Η σχέση εξουσίας που υπάρχει ή εμφιλοχωρεί σε κάθε ανθρώπινη σχέση (π.χ. διευθύνοντες-εκτελούντες, δάσκαλοι-μαθητές, άνδρες-γυναίκες, λευκοί-έγχρωμοι) και η σχέση κυριαρχίας μεταξύ διαφορετικών κοσμοθεωρήσεων ή αντιλήψεων (π.χ. επιστημονισμός-βιόκοσμος, παραγωγισμός-οικολογία, Δύση-Ανατολή, νους-σώμα, πολιτικό-προσωπικό).

Hταν μια ασυνήθιστη εξέγερση, καρναβαλική, γι’ αυτό, με συμβατικούς όρους, ακατάληπτη. Μέσα από το δηκτικό χιούμορ, τη σουρεαλιστική ποιητικότητα, την ουτοπική εκφορά, και την ασεβή ειρωνεία, αμφισβητήθηκαν παραδοσιακές αξίες και υπονομεύθηκαν καθιερωμένες ιεραρχίες. Αποτυπώθηκε εύγλωττα στα ευφάνταστα συνθήματα: «η φαντασία στην εξουσία», «είμαστε ρεαλιστές, ζητάμε το αδύνατο», «τρέχα σύντροφε, ο παλιός κόσμος είναι πίσω σου», «απαγορεύεται το απαγορεύειν», κ.λπ.

Κακομαθημένα παιδιά; Σίγουρα καλοζωισμένα. Η Γαλλία περνούσε φάση οικονομικής ανάπτυξης, με μικρή ανεργία και διάχυτη ευημερία. Η τακτοποιημένη ζωή του μικροαστού (δεξιού ή αριστερού, αδιάφορο) ήταν προβλέψιμη μεν, ανεπιθύμητη δε. Υπάρχει κάτι περισσότερο στη ζωή από τη γραμμική σταδιοδρομία, τον καλό γάμο και το εξοχικό.
Aλλη γλώσσα

Η εκ-κεντρικότητα των εξεγερμένων τούς κατέστησε πολιτικά απρόβλεπτους. Δεν διατύπωναν κλασικά αιτήματα, ούτε ήθελαν να οργανωθούν πολιτικά. Αντιθέτως, εκθείαζαν τον «αυθορμητισμό» και την «αταξία που επιτρέπει στους ανθρώπους να μιλάνε ελεύθερα», όπως έλεγε ο άτυπος ηγέτης τους Ντάνιελ Κον Μπεντίτ. Δεν επεδίωκαν να μιλήσουν πιο πειστικά, αλλά να μιλήσουν διαφορετικά – να εγκαινιάσουν ένα άλλο γλωσσικό παιχνίδι. Πώς; Αναδεικνύοντας νέα νοήματα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα μεταφορικά-ειρωνικά-παραλογικά.

Ο Μάης του ’68 ήταν μια κορυφαία υπαρξιακή στιγμή: τότε που η γαλλική κοινωνία έκανε μια μικρή παύση για να αναστοχαστεί τον εαυτό της. Γιατί ζούμε όπως ζούμε; Η χειραφέτηση αρχίζει με τη διερώτηση για το αυτονόητο. Η παραλογική-ποιητική γλώσσα εκφράζει επιθυμίες που δεν έχουν ακόμη λάβει μορφή και αναδεικνύει προτεραιότητες που δεν έχουν ακόμη διατυπωθεί στην κλασική γλώσσα του συλλογισμού.

«Τι θα συνέβαινε αν παίρνατε την εξουσία;», ρωτήθηκε πρόσφατα ο Κον Μπεντίτ. «Χάος», απάντησε. Είχε δίκιο, λοιπόν, ο συντηρητικός Ρεϊμόν Αρόν να είναι επιφυλακτικός απέναντι στο ακατάσχετο «φραστικό ντελίριο» της νεανικής εξέγερσης το ’68. Η «διπλή καταδίκη του Σοβιετισμού και της γραφειοκρατικής ορθολογικότητας», έγραψε, η μυθική «αυτοδιαχείριση» και η «κατάργηση των ιεραρχιών» δεν συνιστά βιώσιμη επιλογή για τις σύνθετες βιομηχανικές κοινωνίες. Σίγουρα. Ωστόσο, ενώ ο πραγματισμός του Αρόν συνέλαβε το αδύνατο της εξέγερσης, ο συντηρητισμός του δεν του επέτρεψε να δει τι καινούργιο εξέφραζε η «ουτοπική άρνηση της πραγματικότητας» – τη διάθεση αλλαγής στη νοο-τροπία.

Ο «Μάης» τα άλλαξε όλα και δεν άλλαξε τίποτε. Στον πυρήνα του, άλλαξε τις αντιλήψεις μας για την άσκηση κάθε μορφής εξουσίας. Εδωσε το δικαίωμα στους φοιτητές να διαμαρτύρονται για τα αποστειρωμένα οικονομικά που διδάσκονται ή για τα πειράματα στα ζώα, στα παιδιά να έχουν λόγο, στις γυναίκες να διεκδικούν την ισότητα παντού, στις σεξουαλικές μειονότητες να ζητούν την αποδοχή, στους φυλετικά διαφορετικούς να επιδιώκουν τη συμπερίληψη. Καμία εξουσία, πλέον, δεν θεωρείται αυτονόητη αλλά πρέπει να αποδεικνύει ότι αξίζει την αποδοχή των εξουσιαζομένων.

Ανεξέλεγκτος δικαιωματισμός; Οχι απαραίτητα. Σεβασμός του «άλλου». Και, φυσικά, το καλύτερο θεσμικό πλαίσιο γι’ αυτόν τον σεβασμό είναι η χλευαζόμενη το ’68 φιλελεύθερη δημοκρατία. Οι τότε «68άρηδες» το έχουν σήμερα καταλάβει. «Εκλογές και κόμματα χρειάζονται γιατί οι αλλαγές πρέπει να αποτυπώνονται σε νόμους», είπε πρόσφατα ο Κον Μπεντίτ. Το μεγαλείο της φιλελεύθερης δημοκρατίας: να αυτο-αμφισβητείται, να αλλάζει, και να παραμένει ίδια!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ