ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αμεση ανάλυση: Ιστοριοδιφισμός vs. Εθνικό Συμφέρον

ΣΠΥΡΟΣ Ν. ΛΙΤΣΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Άμεση Ανάλυση, Σκοπιανό, ΠΓΔΜ

Κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης έγραφε ότι είναι του ολίγου και του ακριβού. Σήμερα, ίσως, να αναθεωρούσε κλείνοντας προς το υπερβολικό και το άμετρο.

Η συμφωνία που παρουσίασε η κυβέρνηση στη Βουλή των Ελλήνων αναφορικά με τη διευθέτηση του ζητήματος, όχι απλώς της ονομασίας, αλλά της ίδιας της οντολογίας της ΠΓΔΜ -στο μέλλον Βόρεια Μακεδονία - εμπερικλείει στον πυρήνα της όλα τα χρονίζοντα προβλήματα του νέου ελληνικού κράτους. Εμπεριέχει την επικράτηση του κομματισμού και την αποθέωση του στείρου κυβερνητισμού έναντι των δωρικών συνισταμένων που μια ορθολογική εξωτερική πολιτική οφείλει να αναδεικνύει. Η κυβέρνηση λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε απευθείας συνομιλίες με την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ δίχως να ενημερώνει, ως όφειλε, το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών με πρόδηλο στόχο να δημιουργήσει ζητήματα συνοχής στην αξιωματική αντιπολίτευση.

Ταυτόχρονα, για πρώτη φορά στη δυτική κοινοβουλευτική πρακτική μια κυβέρνηση συνασπισμού έχει δύο μέρη που διαφωνούν για μια κομβική πολιτική απόφαση εξωτερικής πολιτικής, με τον πολιτικό επικεφαλής της μια πτέρυγας να «υπόσχεται» να ρίξει την κυβέρνηση σε...χρόνο μέλλοντα, ενώ ταυτόχρονα διαφωνεί με την πρόταση μομφής που κατέθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση εναντίον της κυβέρνησης!

Από την άλλη, ένα δομικό στοιχείο της μεταπολιτευτικής σχολής σκέψης της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έκανε πάλι την εμφάνισή του τις τελευταίες ήμερες. Η βασική κατεύθυνση αυτής της σχολής σκέψης κελεύει και θεωρητικοποιεί το «μη μου τους κύκλους τάραττε» ή με άλλα λόγια «ανέβαλε για κάποτε αυτό που έπρεπε να έχεις κάνει εχθές». Η ελληνική εξωτερική πολιτική διαχειρίζεται τις υποθέσεις της με το ναρκισσισμό μιας Μεγάλης Δύναμης και με τη ραθυμία ενός κράτους που μάλλον πιστεύει βαθιά ότι δεν καλείται να επιβιώσει σε μια από τις πλέον ρευστές περιοχές του πλανήτη, αλλά ότι ενεργοποιείται σε ένα φαντασιακό customized υποσύστημα με γείτονες το Βατικανό, το Λιχτενστάιν, την Κόστα Ρίκα και το Μονακό. Τέλος, αυτές τις ήμερες η αγαπημένη ασχολία των Ελλήνων να ανακαλύπτουν προδότες, να φαντασιώνονται σκοτεινά διεθνή κέντρα που δήθεν θέλουν να καταστρέψουν τον ελληνισμό, να απειλούν με κρεμάλες όσοι διαφωνούν με την απόλυτή τους αλήθεια, έχουν ξανά την τιμητική τους.

Σε ένα κράτος που παράγει από το 1981 λαϊκισμό, κρατισμό, αντιδυτικισμό και χυδαιότητα στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα και από το 2010 φτώχεια, κατάργηση του ούτως ή άλλως προβληματικού κοινωνικού συμβολαίου, σκληρή λιτότητα και στένεμα των προοπτικών, οι πολίτες του αισθάνονται πολύ πιο σίγουροι να κινούνται στα άνυδρα πεδία των φοβικών αντανακλαστικών, αναλύοντας την Ιστορία μέσα από το λαθερό και επικίνδυνο αφήγημα της θεωρίας του αίματος, αντί για να δουν τα πράγματα με τον ορθολογισμό που επιβάλλει η εποχή μας.

Η συμφωνία που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τη διευθέτηση των ανοικτών ζητημάτων με την ΠΓΔΜ, σαφώς και είναι χειρότερη από τη λύση που ο Κων/νος Μητσοτάκης επεδίωξε πίσω το 1992, μέσω της απόδοσης erga omnes του όρου «Σλαβομακεδονία». Αλλά αυτό πλέον είναι ιστορία και οι ευθύνες θα αποδοθούν από τον ιστορικό του μέλλοντος.

Σήμερα, είναι προς το συμφέρον μας να ηττηθεί το ιδεολόγημα του μακεδονισμού με την ένταξη του γειτονικού κράτους στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Επομένως, χρειάζεται ψυχραιμία και ορθολογισμός για να μπορέσουν οι σχέσεις μας με τους βόρειους γείτονες, όχι μονό να διευθετηθούν, αλλά να ανθίσουν στο επίπεδο της ουσιαστικής και καλής γειτονίας. Μπορούμε, αν διαχωρίσουμε τον Ιστοριοδιφισμό από τις αναγκαιότητες ενίσχυσης του εθνικού μας συμφέροντος στον 21ο αιώνα.

*Του Σπύρου Ν. Λίτσα Αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας και Επισκέπτης Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Ινστιτούτου Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστήμιου της Grenoble

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ