Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Σκλάβος, Slavos και περί Σκοπίων

Κύριε διευθυντά
Η χώρα μας διά της παρούσης κυβέρνησης, υπό τη δαμόκλειο σπάθη του ΝΑΤΟ, της τρόικας, του Σόρος και άλλων παραγόντων, κλήθηκε εσπευσμένα να υπογράψει τη συμφωνία του σκοπιανού ζητήματος, που ταλανίζει τη χώρα από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Για την ιστορικότητα της Μακεδονίας έχουν γραφτεί χιλιάδες άρθρα και άφθονα βιβλία. Ο υπογράφων έχει πράξει το ίδιο με άρθρα του στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο αλλά και στο βιβλίο του «Αντίδωρο Ιστορίας» στο κεφάλαιο με τίτλο «Η ελληνικότητα της Μακεδονίας». Προ τετελεσμένων γεγονότων ως ύστατη στιγμή εκλιπαρούμε τους ιθύνοντες να μην ενδώσουν σε καμία περίπτωση στην αναγνώριση μακεδονικής γλώσσας. Στην καλύτερη περίπτωση, να ανεχθούμε το «Βόρεια Μακεδονία» ενώ το πρέπον θα ήταν «Σλαβομακεδονία». Ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ μακεδονική γλώσσα, ούτε καν ως διάλεκτος. Οι Μακεδόνες ομιλούσαν την ελληνική γλώσσα κι αυτό αποδεικνύεται από τις 6.000 επιγραφές. Η αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας εγκυμονεί αλυτρωτικές προθέσεις και θα έχει συντελεστεί με δική μας υπογραφή. Για να μη γίνει ανάθεμα στις γενιές που έρχονται, ας μην τους προσφέρουμε εμείς το σχοινί της αγχόνης.

Σημείωση: Η λέξη σκλάβος είναι παραφθορά του λατινικού Slavos – Skiavos. Μήπως αυτό που θα άρμοζε στην προκειμένη περίπτωση είναι το «Σκλαβομακεδονία» μιας και οι Σλάβοι κατέλαβαν βίαια την περιοχή μεταξύ 5ου και 6ου αιώνα μ.Χ.

Δημητρης Μαυραειδοπουλος

Γλώσσα, «ιδίωμα» και η συμφωνία

Κύριε διευθυντά
Την Κυριακή 10/6 η εφημερίδα «Αυγή» δημοσίευσε σύντομο σημείωμά μου με απόσπασμα από ομιλία το 1959 στη Βουλή του τότε υπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης της ΕΡΕ και μετέπειτα αρχηγού της Ν.Δ. Ευάγγελου Αβέρωφ. Σ’ αυτήν ο Αβέρωφ αναφερόταν σε «μακεδονική γλώσσα» που ομιλείται στα Σκόπια και έχει «γραμματικήν και συντακτικόν», προσέθετε δε ότι θα ήταν αδιανόητο η Ελλάδα να απαιτήσει την κατάργησή της με αλλαγή του συντάγματος της γειτονικής χώρας. Και ερωτούσα αν οι επίγονοι του κ. Αβέρωφ θα τον καταγγείλουν ότι χρησιμοποιούσε τα επιχειρήματα των Σκοπίων (όπως έκαναν με τον Νίκο Κοτζιά, όταν ανέφερε πως η σημερινή κυβέρνηση «βρήκε» τη μακεδονική γλώσσα αναγνωρισμένη προ πολλού).  Στην απαντητική επιστολή του («Καθημερινή της Κυριακής» και «Αυγή της Κυριακής» 17/6), ο βουλευτής της Ν.Δ. κ. Τασούλας δεν αμφισβητεί το ότι ο Αβέρωφ έκανε τη δήλωση αυτή, εξηγεί όμως επί μακρόν πως αυτό έγινε στο πλαίσιο επιχειρηματολογίας που αποσκοπούσε στο να αρνηθεί την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, πράγμα που ήταν και το επίμαχο ζήτημα τότε, καθώς το θέμα εγείρετο κατά καιρούς από τη γείτονα. Και καταλήγει πως το να αναζητούμε συνήγορο για τη σημερινή συμφωνία, την οποία χαρακτηρίζει «επιζήμια εθνικά και ιστορικά υποχώρηση», από την πραγματικότητα του 1959 είναι «τουλάχιστον μάταιο και διαστρεβλωτικό».

Πολύ φοβάμαι πως ο κ. Τασούλας «πετάει την μπάλα στην εξέδρα». Πράγματι, όπως προκύπτει και από το σχόλιό μου και το απόσπασμα της ομιλίας που παρέθεσα, ο Αβέρωφ προσπαθούσε να αρνηθεί την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, διαχωρίζοντας αυτό που ονόμαζε «τοπικόν ιδίωμα» που ομιλείται σε «ωρισμένα χωρία» στην Ελλάδα από την επίσημη γλώσσα των Σκοπίων. Ειρήσθω εν παρόδω, ότι το «τοπικόν ιδίωμα» δεν ομιλούνταν στα «ελληνοβουλγαρικά κυρίως σύνορα», όπως ισχυρίζεται ο κ. Τασούλας, αλλά κυρίως σε περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας και βέβαια δεν ήταν καθόλου άσχετο με την επίσημη μακεδονική των Σκοπίων. Εξάλλου, η γλώσσα αυτή εξακολουθεί να ομιλείται στις περιοχές αυτές και η χώρα μας έχει καταδικασθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επειδή παρεμποδίζει τη χρήση της. Ομως δεν έκρινα και δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ στο ζήτημα αυτό, καθ’ ότι πρόκειται για θέμα κυρίως εσωτερικό της Ελλάδας που σχετίζεται με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ευρωπαϊκών συμβάσεων και η παρεμβολή του στις διμερείς μας σχέσεις με τη γείτονα δεν ενδείκνυται. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι αν ομιλείται ή όχι μακεδονική γλώσσα ή «ιδίωμα» στην ελληνική Μακεδονία, αλλά αν η αποδοχή από μέρους μας της επίσημης γλώσσας της γειτονικής μας χώρας ως μακεδονικής αποτελεί «επιζήμια εθνική υποχώρηση». Βεβαίως, θα συμφωνήσω ότι δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στο 1959 για να δεχτούμε το προφανές, ότι σήμερα στη γειτονική Βόρεια Μακεδονία υπάρχει επίσημη και διεθνώς αναγνωρισμένη μακεδονική γλώσσα, πως εμείς δεν διεκδικούμε τέτοια γλώσσα, αφού αντίθετα επαιρόμαστε για την ελληνικότητα της δικής μας Μακεδονίας και της ομιλούμενης σ’ αυτήν γλώσσας, και ότι άρα θα ήταν παράλογο να αρνηθούμε στους γείτονες το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της σλαβικής γλώσσας τους. Ομως αφού το ζήτημα εγείρεται, χρήσιμο –και καθόλου «μάταιο και διαστρεβλωτικό»– είναι να υπενθυμίσουμε ότι κυβερνήσεις και ηγέτες του χώρου από τον οποίο προέρχεται σήμερα η αμφισβήτηση χρησιμοποιούσαν ή ανέχονταν εδώ και δεκαετίες τον όρο μακεδονική γλώσσα για την επίσημη γλώσσα των Σκοπίων. Εν προκειμένω, ο Αβέρωφ αναφέρθηκε στη «μακεδονική γλώσσα» επειδή στη σχετική συζήτηση στη Βουλή είχε επικριθεί η υπογραφείσα συμφωνία μεθοριακής επικοινωνίας πως αναγνώριζε έμμεσα τη γλώσσα αυτή. Πράγματι, το άρθρο 3 της συμφωνίας του 1959 προέβλεπε πως τα μεθοριακά δελτία που θα εξέδιδαν οι Αρχές των δύο χωρών θα συντάσσονταν στις επίσημες γλώσσες τους. Είναι φανερό πως η υπενθύμιση των γεγονότων αυτών καθιστά έωλο τον ισχυρισμό πως η αποδοχή της μακεδονικής γλώσσας από τη σημερινή κυβέρνηση αποτελεί «εθνικά επιζήμια υποχώρηση» (άλλοι από τον πολιτικό χώρο του κ. Τασούλα μιλούν και για «προδοσία»). Εκτός αν εννοούμε ότι η ύπαρξη και αναγνώριση μιας γλώσσας δεν σχετίζεται με την πραγματικότητα, αλλά με τη συγκυρία, οπότε η αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας το 1959 ήταν εθνικά υπερήφανη στάση, αλλά σήμερα αποτελεί εθνική μειοδοσία.

Σωτηρης Βαλντεν

Περί «συνευρέσεως» και πολιτικής, γενικώς

Κύριε διευθυντά
Θα συμφωνήσω με τον συντάκτη σας κ. Στέφανο Κασιμάτη για το νόημα της λέξεως «συνεύρεση», παραθέτοντας την περιγραφή ενός επεισοδίου που, νομίζω, δεν αφήνει καμία αμφιβολία. Ενα μέλος της παρέας προτίθεται να κάνει διακοπές στη Λέσβο και συγκεντρώνει πληροφορίες για τα αξιόλογα και αξιοθέατα μέρη του νησιού. Μεταξύ των μελών βρίσκεται και μία κυρία, η οποία συμβάλλει πολύ στη χορήγηση πληροφοριών, φαίνεται να γνωρίζει καλά το νησί, οπότε ο ενδιαφερόμενος για διακοπές κάνει την κρίσιμη ερώτηση: Με συγχωρείτε, εσείς είστε Λεσβία; Αφήνω να σκεφτεί καθένας μόνος του τη «συνέχεια του έργου».
Επαψε, άραγε, η κάτοικος της Λέσβου ή η καταγόμενη από τη Λέσβο να ονομάζεται Λεσβία; Οχι βέβαια. Και όμως έπαψε. Η ειδική σημασία της λέξεως έχει καταργήσει, έχει καταπιεί τη γενική, περίπου με τον ίδιο τρόπο που ο ειδικός νόμος εξαφανίζει - υπερισχύει - καταπίνει τον γενικό.

Η ισχύουσα σημασία μιας λέξεως δεν είναι (μόνο ή κυρίως) αυτή που γράφουν τα λεξικά. Γι’ αυτό η λέξη «συνεύρεση» σημαίνει κυρίως «συνουσία». Ας το προσέξουν οι πολιτικοί μας όταν δηλώνουν ότι συνευρίσκονται δημοσίως.

Θ. Γ. Βουδικλαρης, Πολιτικός μηχανικός

«Εισιτήρια; Μόνο για τον Χάιντελ»

Κύριε διευθυντά
Μέσα Ιουνίου, εν μέσω καύσωνος και Μακεδονικού, εν μέσω Φεστιβάλ Αθηνών και περιχώρων, ετόλμησα να ρωτήσω αρμοδίως:

– Μήπως υπάρχουν εισιτήρια για τον Χέντελ;

– Χέντελ, Χέντελ, δεν βλέπω. Αν εννοείτε τον Χάιντελ, ναι, υπάρχουν.

Ετσι τον λέει και ο Cosmos στο ενημερωτικό του μαγκαζίνο. Και δεν τολμώ πλέον να μην εννοήσω τι δίκιο έχουν εκείνοι που γράφουν και τον Σέξπηρ με έψιλον, για όποιον δεν κατάλαβε τη διαφορά. Την ίδια μέρα το απόγευμα, στον «Κύκλο Ιδεών», η 3η ενότητα με τίτλο: «Ελληνική και Ευρωπαϊκή ταυτότητα». Θαυμάσιο πάνελ και εισηγήσεις-δοκίμια, όπως τις χαρακτήρισε ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Τα ερωτήματα ωστόσο παραμένουν και αυτό είναι το σημαντικό. Τι είναι η ταυτότητα; Τι είναι η Ευρώπη; Τι είναι η πατρίδα μας; Δεν είναι οι κάμποι, ούτε ό,τι λάμπει.

Στη γλώσσα κατοικούμε. Και αν τελικά μείνουμε άστεγοι, εδώ, δεν θα μας φταίει ο ΕΝΦΙΑ.

– Μία μέρα μετά, ήλθε και η συμφωνία για την ονοματοδοσία και όχι μόνον. Ούτως ή άλλως, το όνομα το κάναμε σαλάτα.
Τι Χάιντελ, τι Χέντελ, ο ίδιος είναι.

«Ορισμένες συμπτώσεις πρέπει να ντρέπονται», λέει ο ποιητής.

Βιβη Βασιλοπουλου, Αθήνα 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ