ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Χ. Α. Χωμενίδης γράφει για τη Λήμνο

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Λήμνος

Αν και Αθηναίοι, παραθερίζαμε τα τελευταία δύο χρόνια στη Λήμνο, την οποία προτιμούν οι Μακεδόνες και οι Θράκες – απέχει απ’ την Καβάλα τρεις ώρες σκάρτες με το γρήγορο, τις μέρες που η ατμόσφαιρα είναι διαυγής διακρίνεις καθαρά απ’ τη Μύρινα το Άγιον Όρος. Εμείς, παρ’ όλα αυτά, μπαίναμε στο βαπόρι από το Λαύριο και νύκτωρ διασχίζαμε το μισό Αιγαίο κοιμώμενοι στους καναπέδες του σαλονιού. Οι καμπίνες ήταν έξι όλες κι όλες, και τυφλές, δίχως φινιστρίνι. Κάλλιο να σε ξυπνούσε ο ήλιος και η μπουρού του πλοίου, που έμπαινε με το χάραμα στο λιμανάκι του Αϊ-Στράτη, και να στηνόσουν στην ουρά του μπαρ για τον καραβίσιο καφέ...

Είχαμε βρει στην παραλία του Αϊ-Γιάννη, κάτω από το χωριό Κάσπακας (που όλοι οι κάτοικοί του ψηφίζουν ΚΚΕ και το υποδηλώνουν, λέει, παραγγέλνοντας τα αυτοκίνητά τους κόκκινα), μια ειδυλλιακή ακρογιαλιά με ψιλή άμμο, χοντρό βότσαλο λίγο πιο πέρα, ενοικιαζόμενα δωμάτια ψηλοτάβανα και φωτεινά, με αφράτα στρώματα. Πενήντα μέτρα από την πόρτα μας έσκαγε το κύμα.

Κολυμπούσαμε, πλατσουρίζαμε, λιαζόμασταν σαν θαλάσσιες χελώνες ετοιμόγεννες, ρουφάγαμε καφέδες και ούζα με οστρακόδερμα στα κάρβουνα. Συναναστρεφόμασταν Βορειοελλαδίτες οικογενειάρχες – γιατρούς και δικηγόρους, κι έναν εβδομηντάρη βίο και πολιτεία, ο οποίος είχε κατάστημα στη Θεσσαλονίκη και πούλαγε αντίκες και μπακίρια, και μυρωδικά από την Κωνσταντινούπολη. Και έναν πρωτοπρεσβύτερο με έξι παιδιά, πολύ μοντέρνο για τα παπαδίστικα δεδομένα, διάβαζε όλο αστυνομικά κι έπειτα έβγαζε το αντερί του και βούταγε με αθλητικό μαγιό, μάσκα κι αναπνευστήρα, για να εξερευνά τον βυθό και να προσεύχεται υποβρυχίως...

Τα βράδια ο Ξανθιώτης φίλος μας, ο καρδιοχειρουργός, φόρτωνε στο πελώριο τζιπ του όποιον δήλωνε πρόθυμος και μας γυρνούσε στις ταβέρνες του νησιού. Τι κοψίδια κατασπαράζαμε στην Τσιμάνδρια! Τι κοκαλάκια από κουνέλια κι από κόκορες γλείφαμε στου Μαντέλλα, γαρνιρισμένα με φλωμάρια και αυτούδια –ντόπια ζυμαρικά–, πασπαλισμένα με τυρί μελίχλωρο! Τι ψαρούκλες καταβροχθίζαμε στον κόλπο του Μούδρου! Ξεπλέναμε τους ουρανίσκους μας με ντόπιο –περίφημο από την αρχαιότητα– κρασί και συνεχίζαμε. Όταν κυριολεκτικώς εξαφάνισα έναν λόφο από τηγανητά κολοκυθάκια, η αγαπημένη μου εξανέστη. Απείλησε ότι θα με ξυπνούσε αξημέρωτα και θα με έβαζε να τρέξω από τον Αϊ-Γιάννη στη Χώρα και πάλι πίσω. Την αγνόησα και παρήγγειλα απλώς μια σόδα.


Μύρινα, Λήμνος (Φωτογραφία: ΚΛΑΙΡΗ ΜΟΥΣΤΑΦΕΛΛΟΥ)

Παραμονή της αναχώρησής μας –είχε μπει ο Σεπτέμβριος, ελάχιστοι παραθεριστές είχαν ξεμείνει στο νησί–, ο καρδιοχειρουργός μάς είπε να σαλτάρουμε στο αμάξι του φαγωμένοι. Το πρόγραμμα δεν περιλάμβανε τσιμπούσι. Παρκάραμε στο λιμάνι της Μύρινας και χωθήκαμε στα σοκάκια της.

Περάσαμε ένα κομμωτήριο-νυχάδικο – μια μεγάλη ιλουστρασιόν αφίσα στην τζαμαρία διαφήμιζε τα «1.000+1 μανικιούρ». Ένα ραφείο με δύο γαμπριάτικα σμόκιν –το ένα στρατιωτικό– να σκονίζονται στη βιτρίνα του. Ένα γαλατάδικο που
διανυκτέρευε, γριές μπαινόβγαιναν με μικρά κέρματα στις ζαρωμένες χούφτες τους και ψώνιζαν γιαούρτι με χοντρή πέτσα και φρυγανιές. Ένα ιχθυοπωλείο δίχως ούτε λέπι – στον πάγκο ο πάγος έλιωνε κάτω από γαλάζιες λάμπες φθορισμού, σταλιά σταλιά κυλούσε η ψαρίλα στο πλακόστρωτο...

Σε κάθε βήμα μας η ατμόσφαιρα γινόταν και πιο παλιακή, μεταφερόμασταν ολοταχώς πίσω στον χρόνο. «Μα πού πάμε;» θορυβήθηκα. Την επόμενη στιγμή παρατήρησα ότι το ηλεκτρονικό τσιγάρο μου είχε μεταμορφωθεί σε ξύλινο σκαλιστό τσιμπούκι. Ανατρίχιασα. Το άφησα από το χέρι μου – έκανε γκελ στο παπούτσι μου και κύλησε μέσα στο φρέαρ του υπονόμου.

Βρεθήκαμε μπροστά σε μια στριφογυριστή σιδερένια σκάλα. Ο καρδιοχειρουργός έβγαλε τότε από την τσέπη του ένα μάτσο κιτρινισμένα χαρτάκια – «έχω αγοράσει εισιτήρια για όλους μας! Ανεβείτε!» μας πρόσταξε. «Τι παίζει απόψε;» ρώτησε η αγαπημένη μου, που πάντα μπαίνει πριν από μένα στο κόλπο. «Το “Άβε Μαρία”. Γαλλογερμανική ταινία του 1936 με ξεχασμένους πλέον αστέρες. Δραματικό μιούζικαλ. Εδώ έκανε τρία χρόνια να φτάσει...».

Στην πόρτα του κινηματογράφου στεκόταν ένα πιτσιρίκι με ξυρισμένο κεφάλι. Μας έκοψε τα εισιτήρια και μας έμπασε σε μια αίθουσα με ξύλινους τοίχους, τέντα αντί για ταβάνι. Είχαν κλείσει –στην πραγματικότητα– πρόχειρα την ταράτσα, φοβούμενοι τα πρωτοβρόχια.

Μαρμάρινα τραπεζάκια, γύρω τους συντροφιές κυρίων με λινά κοστούμια, καλοψαλιδισμένα μουστάκια και μπριγιαντίνη στα μαλλιά και κυριών και δεσποινίδων με μαργαριταρένια κολιέ και αέρινες εσάρπες. Γοβίτσες και γαμπίτσες, ανταλλαγές σημειωμάτων στο ημίφως, μαντίλια με στάμπες από κραγιόν, κρυφά αγγίγματα, ειδύλλια που θα ολοκληρώνονταν σε αθέατες παραλίες. Ο καλός κόσμος, η χρυσή νεολαία της Λήμνου κάποτε...

Δύο σερβιτόροι έπαιρναν παραγγελίες, άνοιγαν όσο πιο αθόρυβα γινόταν σαμπάνιες, έφερναν πορσελάνινες πιατέλες με εκλεπτυσμένους μεζέδες, αυγοτάραχο, βουτυρωμένα ψωμάκια με μπρικ. Κάτω από την οθόνη, ένα πιάνο. «Αφού η ταινία είναι ομιλούσα! Θα παίξουν ελαφρά τραγούδια στο διάλειμμα. Θα ανέβει μια ντιζέζ απ’ την Αθήνα και θα τους πει το “Πόσο λυπάμαι» του Γιαννίδη και την “Παπαρούνα” του Αττίκ. Αυτό περιμένουν. Το φιλμ κατά βάθος το βαριούνται...»
Πώς να μην το βαριούνται; Ασπρόμαυρες φιγούρες στο πανί μιλούσαν γερμανικά με στόμφο, χειρονομούσαν, μόρφαζαν υπερβολικά. Ένας διερμηνέας μετέφραζε τσάτρα πάτρα. Ό,τι συνέβαινε στην αίθουσα είχε ασυγκρίτως μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Σε μια στιγμή, οι φιγούρες παραμορφώθηκαν, ο ήχος της ταινίας αλλοιώθηκε. Αμέσως έπειτα, το φιλμ κόπηκε. Φλόγες ξεπήδησαν από τη μηχανή προβολής. Ώσπου να στρέψω το κεφάλι μου, οι τοίχοι καίγονταν, η τέντα είχε λαμπαδιάσει. Έντρομοι οι θεατές αναποδογύριζαν τραπέζια και καρέκλες, έβηχαν, πνίγονταν απ’ τους καπνούς, περνούσαν από μέσα μας –ήμασταν άυλοι– και συνωθούνταν προς την έξοδο. «Ανοίξτε δρόμο στον κύριο έπαρχο!» ακούστηκε μια λαχανιασμένη φωνή. Κανείς δεν της έδωσε σημασία.

Την επομένη βρήκα την είδηση. «Στις 9 Σεπτεμβρίου 1939, ο πρώτος κινηματογράφος στο Κάστρο της Λήμνου, ένα πρώην τζαμί, έπιασε φωτιά. Πενήντα οκτώ άνθρωποι απανθρακώθηκαν ή έπαθαν ασφυξία από τις αναθυμιάσεις. Το πένθος ήταν τρομερό. Πενήντα χρόνια αργότερα, στον τόπο της τραγωδίας, ανεγέρθηκε ο ναός της Γέννησης της Θεοτόκου, εις μνήμην των καέντων».

|| Το μυθιστόρημα του Χ. Α. Χωμενίδη «Ο Φοίνικας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ