ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυξάνει την παραγωγή ο ΟΠΕΚ μετά τις πιέσεις της Ουάσιγκτον

Tα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα στον Ιρανό υπουργό Πετρελαίου, Μπιζάν Ζανγκανέχ, στο κέντρο της φωτογραφίας. Ο κ. Ζανγκανέχ φαινόταν αποφασισμένος να προβάλει βέτο σε αντίθετη με τα συμφέροντα της χώρας του απόφαση του ΟΠΕΚ. Ωστόσο, μετά τη συνάντησή του με τον Σαουδάραβα ομόλογό του, Καλίντ Αλ Φαλίχ, χαμήλωσε τους τόνους, δήλωσε αισιόδοξος και συναίνεσε στην απόφαση της πλειοψηφίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενάμιση χρόνο από τη στιγμή που τέθηκε σε εφαρμογή η συμφωνία ανάμεσα στον ΟΠΕΚ και τη Ρωσία για μείωση της παραγωγής πετρελαίου, οι χώρες-μέλη του διεθνούς καρτέλ αποφάσισαν να την ανακαλέσουν και να προσφέρουν περισσότερο «μαύρο χρυσό». Επειτα από παρασκηνιακές και μη διαβουλεύσεις κεκλεισμένων των θυρών στη Βιέννη, ο ΟΠΕΚ ανακοίνωσε ότι από τον Ιούλιο θα αυξήσει την παραγωγή κατά ένα εκατ. βαρέλια την ημέρα. Η αύξηση θα κατανεμηθεί μεταξύ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών αναλόγως των δυνατοτήτων της κάθε μίας. Οπως τονίζουν αναλυτές της αγοράς, στην πραγματικότητα η παραγωγή δεν πρόκειται να αυξηθεί κατά περισσότερο από 600.000 βαρέλια την ημέρα καθώς ορισμένες χώρες αδυνατούν να ακολουθήσουν. Ανάμεσά τους, η χειμαζόμενη από την οικονομική κρίση Βενεζουέλα, το Μεξικό αλλά και το Ιράν, που υφίσταται εκ νέου τις επιπτώσεις από το εμπάργκο.

Αυτός ήταν, άλλωστε, και ο λόγος που στην πραγματικότητα η μείωση της παραγωγής ήταν τους τελευταίους μήνες πολύ μεγαλύτερη από όση προέβλεπε η συμφωνία. Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, τον περασμένο μήνα η μείωση ήταν κατά 47% μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη και διεφάνη κίνδυνος ελλείψεων στην αγορά.

Η ανατροπή των δεδομένων στην παγκόσμια αγορά είχε οδηγήσει τις τιμές στα 80 δολάρια το βαρέλι και οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ινδία άρχισαν να ζητούν να αυξηθεί η παραγωγή πετρελαίου. Οι τιμές του άρχισαν να υποχωρούν προσφάτως όταν διεφάνη πως υπό την πίεση της Ουάσιγκτον οι δύο κολοσσοί του πετρελαίου, Σαουδική Αραβία και Ρωσία, θα προωθούσαν την αύξηση της παραγωγής. Εναντιώθηκαν, πάντως, στην πρότασή τους όσες χώρες αδυνατούν να ακολουθήσουν, με προεξάρχουσα το Ιράν. Η Τεχεράνη φαινόταν αποφασισμένη να προβάλει ισχυρότατη αντίσταση και όλα έδειχναν ότι στη σύνοδο του ΟΠΕΚ θα ερχόταν σε μετωπική σύγκρουση με τον παραδοσιακό αντίπαλό της, το Ριάντ. Αυτή τη φορά είχε, άλλωστε, με το μέρος της τους συνήθεις συμμάχους της Σαουδικής Αραβίας, τις χώρες του Κόλπου, που είχαν ενοχληθεί από τη στενή προσέγγιση με την εκτός ΟΠΕΚ Ρωσία.

Οπως επεσήμανε μιλώντας στους Financial Times ο Ραάντ Αλκαντιρί, αναλυτής της Boston Consulting Group, «οι Ιρανοί αναρωτιούνται τι έχουν να κερδίσουν από μια αύξηση της παραγωγής». Ο Ιρανός υπουργός Πετρελαίου, Μπιζάν Ζανγκανέχ, φαινόταν αποφασισμένος να προβάλει βέτο σε απόφαση του ΟΠΕΚ αντίθετη με τα συμφέροντα της χώρας του. 

Προσερχόμενος στη Βιέννη ώρες πριν από τη σύνοδο του ΟΠΕΚ επέρριψε στον Αμερικανό πρόεδρο την ευθύνη για τα προβλήματα στην αγορά πετρελαίου αναφερόμενος στην επαναφορά του εμπάργκο κατά της Τεχεράνης. Τον κατηγόρησε ότι χρησιμοποιεί το πετρέλαιο ως «όπλο κατά χωρών», ενώ αναφερόμενος στις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τον ΟΠΕΚ για αύξηση της παραγωγής τόνισε πως «ο ΟΠΕΚ δεν είναι παράρτημα του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας και δεν υπακούει σε εντολές του Αμερικανού προέδρου».

Μεσολάβησε, ωστόσο, κεκλεισμένων των θυρών συνάντησή του με τον Σαουδάραβα ομόλογό του, Καλίντ Αλ Φαλίχ, και στη συνέχεια ο κ. Ζανγκανέχ χαμήλωσε τους τόνους, δήλωσε αισιόδοξος και συναίνεσε στην απόφαση της πλειοψηφίας. Σημειωτέον ότι οι αποφάσεις του διεθνούς καρτέλ θεωρητικά λαμβάνονται με ομοφωνία, αλλά στο παρελθόν ο ΟΠΕΚ έχει λάβει αποφάσεις παρακάμπτοντας τις διαφωνίες της Τεχεράνης. Οπως επισημαίνουν διεθνή ΜΜΕ, η νέα απόφαση καταδεικνύει μεγάλη ενότητα όχι μόνον στους κόλπους του ΟΠΕΚ αλλά και γενικότερα μεταξύ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας. Σε ό,τι αφορά την αντίδραση της αγοράς, εν αναμονή των αποφάσεων κι ενώ διέρρεαν πληροφορίες ότι επίκειτο συμφωνία για αύξηση της παραγωγής, οι τιμές κινούντο ανοδικά με το Brent να φτάνει στα 74,73 δολάρια το βαρέλι. Υποχώρησε, ωστόσο, αργότερα στα 73,56 δολάρια το βαρέλι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ