ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Η Ελλάδα στο μέσον της διελκυστίνδας Τουρκίας-Δύσης

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΙΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πολιτική του Ερντογάν απέναντι στην Ελλάδα δεν θα διαφοροποιηθεί σημαντικά. Αλλωστε, προκειμένου να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία για τη διακυβέρνησή του, χρειάζεται τη συνεργασία με τουλάχιστον ένα κόμμα (για να υπερβαίνει στις ψηφοφορίες τις 300 ψήφους), αν όχι με περισσότερα, καθότι η τωρινή Βουλή είναι συντακτική. Αν, λοιπόν, μία εκ νέου προσέγγιση (προηγήθηκαν δύο) με τους Κούρδους μοιάζει σήμερα περίπου απίθανη –δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί σε βάθος χρόνου– ο Ερντογάν συμπλέει ήδη με το εθνικιστικό στοιχείο, γεγονός που θέτει τις βάσεις για μετεκλογική σύμπραξη. Πλην του Μπαχτσελί με τον οποίο πορεύθηκαν από κοινού στις εκλογές, δεν θα είναι έκπληξη κατά το δοκούν να δούμε προσπάθεια προσεταιρισμού και της Ακσενέρ. Εξάλλου, ο Τούρκος πρόεδρος εδώ και καιρό καλλιεργεί μία νέα εθνική συνείδηση, συνδυάζοντας το πολιτικό Ισλάμ με τον τουρκικό εθνικισμό. Ετσι, η όξυνση των εθνικιστικών τάσεων δύσκολα θα καταλαγιάσει, ενώ τυχόν παρουσία στελεχών του Kόμματος Εθνικιστικής Δράσης εύλογα θα επηρεάσει (σε κάποιο βαθμό) την κυβερνητική ατζέντα.

Συνάμα, όμως, η ανάταξη της τουρκικής οικονομίας συνεπάγεται αφενός σκληρά και αντιδημοφιλή μέτρα, αφετέρου ανάπτυξη μιας λειτουργικής σχέσης με τη Δύση και ειδικότερα την Ε.Ε. Η τελευταία, αν το επιθυμούσε, θα μπορούσε να πλήξει καίρια την οικονομία της γείτονος σε εμπόριο και επενδύσεις. Ωστόσο, η σχέση αλληλεξάρτησης Βρυξελλών-Αγκυρας στο προσφυγομεταναστευτικό, στην ασφάλεια (τρομοκρατία), ακόμη και στο ενεργειακό δεν περνάει απαρατήρητη. Πάντως, η τουρκική ηγεσία αναμένεται να ρίξει γέφυρες προς την Ε.Ε. ή σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη, με την Ελλάδα να επωφελείται σε περίπτωση εξομάλυνσης, αλλά να ζημιώνεται από τυχόν μετατροπή της σχέσης σε ειδικού τύπου. Σε αυτή την περίπτωση, θα εκλείψουν οι θεσμικές πρόνοιες ελέγχου και δέσμευσης της γείτονος, ενώ οι διευθετήσεις μαζί της θα γίνονται σε διμερές επίπεδο.

Η Αγκυρα των πολλών ανοιχτών μετώπων –τα οποία αρχικά συντηρούσε υπό την ανάγκη για να μη λάβει ξεκάθαρη θέση, π.χ. Συριακό έναντι ΗΠΑ-Ρωσίας– κρίνει πλέον ότι βολεύεται προκειμένου να διαπραγματεύεται από καλύτερη βάση. Μάλιστα, η Ελλάδα βρίσκεται στο μέσο της διελκυστίνδας Τουρκίας-Δύσης, με την πρώτη να μας μεταχειρίζεται σαν τον αδύναμο κρίκο. Αρα, θα πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή (και) για το ενδεχόμενο να προσπαθήσει να ανταλλάξει την προσαρμογή της με μια πιο υπεύθυνη στάση (έχει άλλωστε μεγάλα περιθώρια λόγω σοβαρών παρεκκλίσεων) με τη βελτίωση της θέσης της στην Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένου ότι εκεί θα δώσει μία μάχη εντυπώσεων και ουσίας για να αποτρέψει τετελεσμένα ενεργειακής φύσεως με προφανείς γεωπολιτικές προεκτάσεις σε βάρος της. Αντιθέτως στο Αιγαίο δεν θα διακινδυνεύσει την πρόκληση (βάσει κεντρικού σχεδιασμού) μιας θερμής κατάστασης, εντούτοις η αμφισβήτηση της περιοχής μεταξύ Καστελλορίζου και Κύπρου πιθανότατα θα πάρει σάρκα και οστά χάρη στο πλωτό γεωτρύπανο «Πορθητής».

Στο διμερές επίπεδο, η κατάσταση παραμένει στάσιμη λόγω των υποθέσεων των 8 Τούρκων αξιωματικών και των 2 Ελλήνων στρατιωτικών. Δυστυχώς το δεύτερο ζήτημα έχει κακοφορμίσει, ενώ το πρώτο έχει καθηλώσει τις σχέσεις. Το ερώτημα, συνεπώς, είναι πώς θα μπορούσαν να επανεκκινήσουν (έχουν ανοίξει εκ νέου οι δίαυλοι επικοινωνίας) χωρίς πρότερη λύση των προαναφερθεισών εκκρεμοτήτων. Η Αθήνα, πάντως, πρέπει με διπλωματικοστρατιωτικό τρόπο να μετριάσει το συνεχές τεστάρισμα των αντοχών της που επιχειρεί η Αγκυρα, η οποία εκμεταλλεύεται τον αναθεωρητισμό της για να κάνει συστηματική προβολή ισχύος, δείχνοντας πως διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και συγγραφέας του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ