ΒΙΒΛΙΟ

Ο εφημέριος που έγραφε με το... στομάχι

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο εφημέριος όπως τον απέδωσε ο σκηνοθέτης Ρομπέρ Μπρεσόν στην ομότιτλη ταινία του, που βασίστηκε στο «Ημερολόγιο» (αριστερά), είχε μυήσει ήδη από το 1951 τους σινεφίλ στο σύμπαν του συγγραφέα Ζορζ Μπερνανός.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

GEORGES BERNANOS
Ημερολόγιο ενός επαρχιακού
εφημερίου
μτφρ.: Ιφιγένεια Μποτουροπούλου
εκδ. Πόλις, σελ. 496

Υπάρχουν συγγραφείς που γράφουν με το χέρι και συγγραφείς που γράφουν με το στομάχι. Ο εφημέριος του Αμπρικούρ δεν είναι συγγραφέας, ανήκει όμως στη δεύτερη κατηγορία. Δικαιωματικά μάλιστα, αφού πράγματι υποφέρει από το στομάχι του.

Καθώς κάθε καινούργια εγγραφή στο ημερολόγιό του έρχεται να προστεθεί στις προηγούμενες, ο πόνος αθροίζεται ανάλογα· ένα άθροισμα από ανέχεια, αμφιβολία και αγωνία, που καταλήγει στο μυστικό της αρρώστιάς του. Αλλωστε, από την πρώτη κιόλας σελίδα, μας προειδοποιεί: «Κάποια μέρα ίσως να μολυνθούμε κι εμείς, να ανακαλύψουμε μέσα μας αυτό τον καρκίνο».

Τι είδους γραφή παράγει ένας στομαχικός; Ιδού ένα πλάγιο ερώτημα που θέτει το «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» (1936) του Ζορζ Μπερνανός. Η αρρώστια δεν απέχει πολύ από τη λογοτεχνία, και είναι αλήθεια πως, ενώ η λογοτεχνία διαθέτει τ’ απαραίτητα όπλα –εφόσον έχει όπλα– για να την εξουδετερώσει, ουσιαστικά είναι εξαρτημένη από την αρρώστια. Οι λέξεις είναι δεμένες με τον φόβο, η απουσία φόβου θα τις αχρήστευε. Και ο εφημέριος γράφει από φόβο.

H ανάγνωση του «Ημερολογίου» μοιάζει με ακρόαση. Είναι σαν ν’ ακούς τις συχνότητες ενός μηχανήματος που έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει το στομάχι του εφημέριου, εκεί όπου σχηματίζονται οι φράσεις του· προτού περάσουν στο στόμα και θρυμματιστούν· προτού ο προφορικός του λόγος συντριβεί στην αδεξιότητα.

Μόλις οι λέξεις πλησιάσουν στα χείλη του εφημέριου, διαλύονται. Μονάχα το γράψιμο μπορεί να τον ανακουφίσει, επειδή είναι εξομολόγηση και προσευχή και αποδοχή της θέσης του στην ενορία: «Νομίζω πως μεταφέρω αρκετά πιστά τα λόγια μου, και μπορεί κατά την ανάγνωση να προκαλούν κάποια εντύπωση. Αλλά είμαι σίγουρος ότι τα πρόφερα τόσο αδέξια, τόσο άτσαλα, που θα πρέπει να φάνηκαν γελοία».

Οι συνομιλίες με τους κατοίκους του χωριού, τόσο οδυνηρά αποκαλυπτικές για τον νεαρό άνδρα, γίνονται γραφή, διάλογος, αφήγηση, αφού, προηγουμένως, έχουν γίνει αρρώστια. Η πένα του δεν είναι η απόληξη του χεριού του, αλλά η προέκταση του στομαχιού του. Κάθε ομάδα λέξεων πλάθεται από μία αλυσίδα πόνου. Oλα επιστρέφουν στο σώμα, όπως ένα κομμάτι ψωμί βουτηγμένο στο κρασί. Το ψωμί μαλακώνει, μα την ίδια στιγμή διαλύεται.

Αν λοιπόν το μυθιστόρημα του Μπερνανός είναι ένα λογοτεχνικό υπερηχογράφημα που μετατρέπει τις συχνότητες σε κείμενο (και όχι σε εικόνα), στην ομότιτλη ταινία που γύρισε ο Ρομπέρ Μπρεσόν, το 1951, βασισμένη στο «Ημερολόγιο», μπορούμε να διακρίνουμε στα μάτια του εφημέριου το καθρέφτισμα του στομαχιού του. Λες και το στομάχι έχει κολλήσει πίσω από τα μάτια του.

Ετσι, εφόσον η γραφή αποκαλύπτει την επικράτεια ενός στομαχιού –στο σώμα του κρύβονται τα σύμφωνα, στον θόλο του τα φωνήεντα, το τοίχωμά του είναι γεμάτο τόνους και η γαστρική οδός μες στη στίξη–, τότε το στομάχι του βλέμματος είναι ο κινηματογράφος, η αποθήκη του.

Καθώς το φιλμ διατρέχει σε δύο ώρες τα κεντρικά μοτίβα (νύχτα, πίστη, αμφιβολία) και τους βασικούς ανθρώπινους τύπους (ο φλύαρος ιερέας, ο γιατρός, ο πλούσιος, ο φτωχός) των τριακοσίων σελίδων του μυθιστορήματος, ένας παράξενος βρόχος προκύπτει τις στιγμές που βλέπουμε τον εφημέριο να γράφει στο καρνέ του. Είναι οι στιγμές που η πράξη του σινεμά κλειδώνει πάνω στην πράξη της γραφής: ο επαρχιακός εφημέριος χαράζει τις λέξεις του μυθιστορήματος που κρατάμε στα χέρια μας.

Αντικατοπτρισμός

Αξαφνα, ο εφημέριος του Μπρεσόν και ο εφημέριος του Μπερνανός ενώνονται, γίνονται δύο σκιές του ίδιου ειδώλου, που είναι ο αντικατοπτρισμός του αναγνώστη, του θεατή, ο αντικατοπτρισμός μας. Ο αντικατοπτρισμός του πόνου μας. Τότε, ο αναγνώστης αναγκάζεται να διατρέξει τα γεγονότα του μυθιστορήματος, όσο πιο γρήγορα μπορεί, μήπως πλησιάσει τον ρυθμό της ταινίας, σαν το ταχύ ψιθύρισμα μιας εξομολόγησης, σαν ένα μουρμουρητό που προσπαθεί να ξεμπερδεύει με το κείμενο, λες και θέλει να το ξορκίσει, προκειμένου να το κάνει ομιλία ξανά. Δεν έχει σημασία αν κουβαλά τα βαρίδια της θρησκείας του ή τα βαρίδια του αθεϊσμού του – απλά κατρακυλά σε κάτι που είναι αποκλειστικά δικό του. Η αγωνία είναι κοινή για όλους.

«Κάνεις δεν κατάφερε να ξεφύγει από τον προφορικό λόγο», γράφει ο Μπερνανός στον φίλο του Ρομπέρ Βαλερί-Ραντό, τον Απρίλιο του 1935. «Oσο κι αν προσποιηθήκαμε πως βρήκαμε καταφύγιο στη συγγραφή, η προφορικότητα επέστρεψε –μέσω της γραφής– με μεγαλύτερη ένταση. Ο προφορικός λόγος θα είναι για πάντα ο καρκίνος του γραπτού. Και η ίασή του».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ