ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αρνητική έκπληξη προκαλεί η έκθεση «Rodin and the art of ancient Greece» («Ροντέν και η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας») που με τυμπανοκρουσίες παρουσιάζει το Βρετανικό Μουσείο από τις 26 Απριλίου και ολοκληρώνεται στις 29 Ιουλίου. Εκ πρώτης όψεως, η ιδέα φαίνεται καλή. Ο επισκέπτης προετοιμάζεται να θαυμάσει έργα του σημαντικότερου γλύπτη του 19ου και του 20ού αιώνα, του καλλιτέχνη που μας έδωσε τον «Στοχαστή» και το «Φιλί», και θα μάθει για τη σχέση του με την κλασική γλυπτική. Ωστόσο, και παρά το γεγονός ότι την έκθεση επιμελήθηκε ο επί 40 χρόνια επιμελητής των ελληνικών συλλογών του Μουσείου, Ιαν Τζένκινς, με τη συνεπικουρία της Σελέστ Φαρζ, πρόκειται για σοβαρή αστοχία, στα όρια της διπλής προσβολής, τόσο προς τον Ροντέν όσο και προς τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Κατ’ αρχάς, τα περισσότερα γλυπτά του Ροντέν δεν είναι αυθεντικά, αλλά πρόκειται για αντίγραφα (plasters). Δεν μπορεί το Βρετανικό Μουσείο να παρουσιάζει... plasters.


Ο... plaster «Στοχαστής».

Το δεύτερο λάθος είναι ότι τα αντίγραφα του Ροντέν τοποθετούνται δίπλα σε αυθεντικά γλυπτά του Φειδία από τη ζωφόρο και τα αετώματα του Παρθενώνα που βρίσκονται στην κατοχή του Βρετανικού Μουσείου, με αποτέλεσμα η σύγκριση να είναι τόσο άδικη και τόσο σκληρή για τον Ροντέν, ώστε αμέσως αμφιβάλλεις για την αξία που έχει κατακτήσει στην ιστορία της τέχνης. Οταν τοποθετείς ένα αξιόλογο έργο δίπλα στην απόλυτη τελειότητα, τότε το καλύτερο που μπορείς να επιτύχεις για το αξιόλογο έργο είναι να το υποβιβάσεις σε μια απόλυτη μετριότητα. Τελευταίο, αλλά και χειρότερο, είναι ότι τα συγκεκριμένα Γλυπτά του Παρθενώνα έχουν μετακινηθεί από την αίθουσα των Γλυπτών, η οποία έχει μείνει λειψή, με εμφανή κενά στα οποία έχουν τοποθετηθεί εικονογραφημένες ταπετσαρίες με ταμπέλες που πληροφορούν τον επισκέπτη ότι τα Γλυπτά που λείπουν «θα βρίσκονται ώς τις 29 Ιουλίου στην αίθουσα της έκθεσης Ροντέν».

Δυστυχώς, οι «σοφοί» του Βρετανικού Μουσείου έστησαν ένα αμφιλεγόμενο σόου μέσα από συγκρίσεις ατυχείς από κάθε άποψη. Για παράδειγμα, το άγαλμα του ποταμού Ιλισού, ένα από τα κορυφαία έργα που βγήκαν από το εργαστήριο του Φειδία και η αρχική του θέση ήταν στη δεξιά άκρη του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα, έχει μετακινηθεί από το μαρμάρινο επίπεδο της αίθουσας των Γλυπτών και βρίσκεται ακουμπισμένο επάνω σε μια ξύλινη κατασκευή ύψους 40 εκατοστών προκειμένου να επιτευχθεί η «σύγκριση» με ένα γλυπτό του Ροντέν που απλώς δεν γυρίζεις να το κοιτάξεις. Το συμπέρασμα είναι ότι οι ιθύνοντες του Βρετανικού Μουσείου θα πρέπει να αποφεύγουν τον πειρασμό να συναγωνίζονται την Tate Modern σε δήθεν «εφευρετικότητα», διότι το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ