ΒΙΒΛΙΟ

«Κατάδυση» σε μισόν αιώνα ελληνικής πεζογραφίας

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 
Η κίνηση του εκκρεμούς.
Ατομο και κοινωνία στη νεότερη
ελληνική πεζογραφία: 1974-2017
εκδ. Πόλις, σελ. 910 

Ο ​​Βαγγέλης Χατζηβασιλείου εξετάζει το σύνολο της ογκωδέστατης ελληνικής πεζογραφίας της 45ετίας 1974-2017, προσφέροντας στα νεοελληνικά γράμματα ένα πρωτότυπο μελέτημα, ένα τολμηρό επίτευγμα κι ένα πολύτιμο έργο αναφοράς. Πώς προσεγγίζει κανείς το αχανές υλικό μιας περιόδου που όχι μόνον καλύπτει κοντά μισόν αιώνα αλλά περιλαμβάνει και ριζικές μεταβολές στο ίδιο το πεδίο; Εφοδιασμένος με τη γνώση πολυετών συστηματικών αναγνώσεων, τακτικότατης κριτικής σημειωματογραφίας και διαρκούς θεωρητικής ενημέρωσης, ο συγγραφέας οργανώνει το υλικό του κάνοντας δύο μεθοδολογικές επιλογές:

Πρώτον, παρακολουθεί, όπως το υποδεικνύει κι ο τίτλος του, τον τρόπο με τον οποίο το πραγματολογικό υλικό των έργων συνάπτεται με κάποιες πτυχές της πραγματικότητας – με τη μονάδα και την ομάδα, με το προσωπικό και το συλλογικό, με το ατομικό και το κοινωνικό. Και δεύτερον, συνδυάζει τη φιλολογία με την αισθητική, τη λογοτεχνική ιστορία με την αξιολογική ιεράρχηση, τη γραμματολογία με την κριτική. Δημιουργεί έτσι ένα πανόραμα το οποίο περιλαμβάνει περισσότερους από 400 συγγραφείς κι έναν πανδέκτη πολλών χιλιάδων έργων με ερμηνευτικό, μορφολογικό, συγκριτικολογι-κό και θεωρητικό σχολιασμό. Και ταυτόχρονα συστήνει έναν κριτικό οδηγό με γνώμονα την αισθητική βαρύτητα που σύμφωνα με την κρίση του διαθέτει ο κάθε συγγραφέας. Αρχίζοντας από την εξέταση των παλαιότερων μεταπολεμικών συγγραφέων που δημοσίευσαν στη Μεταπολίτευση, ο Β. Χατζηβασιλείου οδηγήθηκε στο συμπέρασμα πως η ελληνική μυθοπλασία μετακινήθηκε από τον δημόσιο πόλο του πολιτικοκοινωνικού προς τον ιδιωτικό πόλο του ατομοκεντρικού το οποίο κατά κόρον καλλιέργησαν οι μεταπολιτευτικοί συγγραφείς από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Το ιστορικό και το αστυνομικό μυθιστόρημα, ωστόσο, που εισήλθαν στο πεδίο κατά τη δεκαετία του ’90, καθώς και το μυθιστόρημα της πρόσφατης οικονομικοπολιτικής κρίσης, δείχνουν πως η ελληνική μυθοπλασία επαναπροσέγγισε τελικά τον δημόσιο πόλο – με αποτέλεσμα να διαγράψει στην 45ετή υπό συζήτησιν περίοδο μια πορεία που ο μελετητής ονόμασε «κίνηση του εκκρεμούς». Ενα τέτοιας εμβέλειας έργο δημιουργεί πρόσφορο πεδίο για συζητήσεις πάνω στις θέσεις και κρίσεις του μελετητή – πάνω στις ομαδοποιήσεις και στις κατηγοριοποιήσεις του, γύρω από τον εντοπισμό συγγενειών και τη διάκριση ρευμάτων, αναφορικά με τη σημασία και τη βαρύτητα των έργων που εξετάζει. Πολύ περισσότερο που ο συγγραφέας καθιστά τη διαλογικότητα εγγενές στοιχείο της μελέτης εφόσον, παράλληλα προς τις δικές του αξιολογικές κρίσεις, παραθέτει υποσελιδίως τις διιστάμενες απόψεις και άλλων κριτικών συμβάλλοντας στη δημιουργία της άγραφης ακόμα ιστορίας της νεοελληνικής κριτικής.

Αν θα είχα να διατυπώσω μία παρατήρηση γύρω από την πολυφωνική αυτή σύνθεση, δεν είναι ούτε για κάποια ονόματα τα οποία, όπως παρατηρήθηκε, θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται (οι συγγραφείς που βρίσκονται στις παρυφές του λογοτεχνικού πεδίου υπόκεινται εντονότερα στις κρίσεις του ατομικού γούστου) ούτε ότι η έμφαση στη θεματολογία υποσκελίζει ενίοτε τον σχολιασμό της κειμενικής μορφής. Είναι ότι καθώς παίζει στα δάχτυλα το υλικό του, ο συγγραφέας θα ήταν ο πλέον κατάλληλος να συγκεντρώσει σε ένα καταληκτικό κεφάλαιο τα επιμέρους σχόλιά του πάνω στον χαρακτήρα της μεταπολιτευτικής πεζογραφίας. Προφανώς δεν το θέλησε – ίσως για να μην υποβάλει τις παρατηρήσεις του σε συρρικνώσεις, για να μην οδηγηθεί σε στρογγυλεύσεις, για να μην εκβιάσει γενικές θέσεις, αναθέτοντας στον εραστή της ελληνικής μυθοπλασίας που εντρυφεί στις σελίδες του, την ελευθερία και την ευθύνη των προσωπικών του συμπερασμάτων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ