ΙΩΑΝΝΗΣ Π.Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ*

Καλοκαίρι, μετά τις 10 το βράδυ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κ​​αλοκαίρι, μετά τις 10 το βράδυ, παράσταση της «Ηλέκτρας» του Ευριπίδη σε υπαίθριο θέατρο. Γλυκιά βραδιά, έχει τη στόφα να γίνει κάποτε όμορφη θερινή μνήμη. Ωσπου προκύπτει ο παράταιρος θόρυβος. Ξεφυτρώνει από το υποβολείο της νύχτας. Μακριά αλλά και κοντά, αυξομειούμενος, συνεχής. Υποσημειώνει στο κείμενο αχρείαστα σχόλια, το κατατρώει με βουερή σύγχυση.

Το έχει στη μοίρα του ο Ευριπίδης να τον κατατρώνε. Τον δύσμοιρο τον φάγανε τα σκυλιά στη Μακεδονία. Εννοώ την αρχαία Μακεδονία. Εκείνη που κατορθώσαμε να διασφαλίσουμε το τουριστικό πτώμα της ολοδικό μας erga omnes. Τα τωρινά και τα μέλλοντα, τα ζωντανά ας τα χαίρονται άλλοι, ζωντανά έθνη με ζωντανές γλώσσες.

Εμείς είμαστε πάγια αρχαίοι, παγωμένοι, μουλιασμένοι αρχαιότητα. Μόνο σε εμάς ανήκει ο παγκόσμιος έως και Ιουστινιανού ελληνισμός. Μόνο εμείς έχουμε δικαίωμα να τον αγνοούμε, να τον προσβάλλουμε, να πετάμε γόπες Marlboro στους αρχαιολογικούς χώρους, να μην καταλαβαίνουμε δυο αράδες ελληνικά στο πρωτότυπο. Δεν μπορεί κανείς να μας την πάρει την αποκλειστικότητα στα πεθαμένα μας, στα κουφάρια, στις σαρκοφάγους, στα κόκαλα που υμνεί ο εθνικός ύμνος. Τον τραγωδό λοιπόν τον φάγανε τα σκυλιά, εκείνα που τρώνε κόκαλα. Τώρα το κείμενό του το σιγοτρώει, το ξεκοκαλίζει ο απόηχος από τα σκυλάδικα και τα μπαρ της περιοχής.

Η τραγωδία αντιπαλεύει τον παράταιρο απόηχο. Οταν κραυγάζει η δίψα για εκδίκηση και δικαιοσύνη της Ηλέκτρας, που ενσαρκώνει η έξοχη Λένα Παπαληγούρα, το παράταιρο υπερκαλύπτεται παροδικά. Ο παιδεμένος Ορέστης κατρακυλά τον κατήφορο προς την τρέλα των Ερινυών. Το παράταιρο αποκρύπτεται στις κορυφώσεις.

Ομως στη σιωπή, όταν οι νέοι Ατρείδες συλλογούνται αμίλητοι τι τρομερό θα πράξουν, όταν σπαράζουν σιωπηλοί για ό,τι έπραξαν, το παράταιρο απομένει μονάχο στο ηχητικό τοπίο.

Το παράταιρο δεν είναι τραγωδία. Το παράταιρο δεν είναι κωμωδία. Το παράταιρο είναι απλώς παράταιρο. Δεν έχει σιωπές, ούτε ανάσες. Το παράταιρο δεν συλλογιέται, δεν έχει τίποτε να συλλογιστεί. Αλητεύει αλεατορικό, τυχάρπαστο, μια μαρμαρυγή ντεσιμπέλ, εμμονικά δυσαρμονικό basso continuo.

Υπάρχουν πολλοί ταλαντούχοι, έντιμοι, σοβαροί άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο που προσπαθούν να κάνουν κάτι αξιόλογο, κάτι που να κερδίζει με αξιοπρέπεια τoν βίο. Ομως, ό,τι και να κάνουν, το αύθαδες παράταιρο δεσπόζει γύρω, πάνω, μέσα τους. Πρέπει να ζήσεις αποδεχόμενος την κούφια παντοδυναμία του. Ενα προσωπείο χασκογελά και πειραματίζεται τον κόμπο μιας γραβάτας μπροστά στα τηλεοπτικά συνεργεία. Το προσωπείο δεν ξέρει τι πιστεύει, τι πίστευε. Δεν πιστεύει μάλλον τίποτε, ξέρει απλώς να χασκογελά μπροστά στα τηλεοπτικά συνεργεία. Μεγάλο ταλέντο, ομολογουμένως. Αλλοι υποκριτές διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους διαφωνώντας με αγανάκτηση για όσα οι ίδιοι παλαιόθεν συμφώνησαν και έπραξαν. Ρωτάνε τους δημοσκόπους: σκίσανε τα ρούχα τους αρκετά; Συμβουλεύονται: πόσες ίντσες πρέπει να τα σκίσουν ακόμα; Ενα γιγαντιαίο πανό με το πρότυπο του πολιτικάντη των καιρών κρέμεται από τον τοίχο της Μητρόπολης. Γιαλαντζί εικόνα σύγχρονου γιαλαντζί αυτοκράτορα Ιουστινιανού, συμμετρικά τοποθετημένη δίπλα στο πανό του πολιούχου αγίου. Ετσι, να δούνε όλοι οι πολίτες τη σύγκριση, να μαρτυρήσουν όλοι τον θρίαμβο της υβριστικής ασχημοσύνης. Στο βάθος, ο αχός του παράταιρου συνεχίζεται. Βαρώνοι του ποδοσφαίρου, ιδιοκτήτες της εύπλαστης αλήθειας που συμφέρει, ενημερώνουν διαρκώς με σκυλίσιες ειδήσεις το παράταιρο. Το διατηρούν καθημερινά φρέσκο, με ολόφρεσκη σαπίλα.

Να το πάρουμε απόφαση. Μετά το τέλος των μνημονίων, δεν υπάρχει ελληνικό κράτος στην Ελλάδα. Υπάρχει κυρίως ένας θόρυβος που παραγεμίζει τη ζωή της χώρας χωρίς νόημα, χωρίς στόχο. Ετσι, να υπάρχει μια δήθεν Ελλάδα στα χαρτιά, κατ’ ευφημισμό, όσο το παράταιρο διατελεί χρέη επόπτη τοποτηρητή. Δεν υπάρχει ανεξάρτητο κράτος που να διαφεντεύει την τύχη του, την οικονομία, την περιουσία του, που να εκφράζει τη θέληση των ανθρώπων που το κατοικούν. Ας το πάρουμε αυτό ως δεδομένο με νηφαλιότητα. Γιατί από παλιά, ο ελληνισμός σπάνια, σπανιότατα, διέθετε ελληνικό κράτος. Ισως ποτέ. Ηταν οικουμενικός, ανοικτός στον κόσμο, ταξιδευτής και ενίοτε φυγάς. Φυγάς από το ανύπαρκτο ή δήθεν «ελληνικό κράτος», είτε κατοικούσε στον ελλαδικό χώρο είτε αλλού.

Καλοκαίρι, μετά τις 10 το βράδυ, στο τρένο, επιστροφή από σύντομη επίσκεψη στη Ραβέννα. Είχα καιρό να επισκεφτώ τη βυζαντινή πρωτεύουσα του Εξαρχάτου. Στη σκέψη μου τριγυρνούν ακόμα ψηφιδωτά από την οικουμενικότητα της ρωμιοσύνης. Το κινητό πέθανε μόλις έφτασα στον Αγιο Απολλινάριο τον Νέο, δεν πήρα καμία φωτογραφία. Ομως στη σκέψη μου τριγυρνούν ακόμα αυτοκρατορικά ιουστινιάνεια ψηφιδωτά, είμαι κι εγώ αρρωστημένος με το παρελθόν, πάσχω από την ίδια ελληνικότατη αρρώστια. Γλυκιά βραδιά, έχει τη στόφα να γίνει κάποτε όμορφη θερινή μνήμη. Στο πάρκο του σταθμού και στους δρόμους εκατοντάδες Αφρικανοί μετανάστες με τις οικογένειές τους. Σε τι διαφέρουν από εμάς; Δεν έχουν πατρίδα που να διαφεντεύει την τύχη της, που να τους αφήσει να ζήσουν. Μήπως κι εμείς έχουμε πατρίδα;

Θυμάμαι τα λόγια φίλου που έφυγε πριν από κάποια χρόνια. «Καλοκαίρι, μετά τις 10 το βράδυ, στο πλοίο που επέστρεφε από Νάξο. Είχα αποκοιμηθεί, ξύπνησα με εμβοές. Ενας παράταιρος θόρυβος στα αυτιά, στο μυαλό. Τι κάνω σε αυτή τη χώρα; – διερωτήθηκα. Τι κάνω εδώ πέρα; Κοίταξα τριγύρω, τέσσερις οθόνες τηλεόρασης και εκατοντάδες τουρίστες. Τι κάνω σε αυτή τη χώρα; Εκείνη η βραδιά έγινε μνήμη ανεξίτηλη, εφιάλτης».

* Ο κ. Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης είναι καθηγητής Παθολογίας, Ερευνας και Πολιτικής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων και Στατιστικής στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ, όπου επίσης διδάσκει σύγχρονη ελληνική ποίηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ