ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Ο μετασχηματισμός του ενεργειακού συστήματος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΡΣΕΝΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ον Νοέμβριο του 2016, η κυριακάτικη «Καθημερινή» φιλοξένησε την άποψή μου για την ανάγκη να υπάρξει επίσημος μακροχρόνιος ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας. Αυτό που τότε αποτελούσε παρότρυνση της κοινής λογικής, αποτελεί σήμερα θεσμική απαίτηση για όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, και η χώρα μας προετοιμάζει, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του αρμόδιου υπουργού, τον δικό της σχεδιασμό προκειμένου να εκπονήσει και να υποβάλει στα αρμόδια όργανα της Ενωσης, έως την 1η Ιανουαρίου 2019, το δεκαετές εθνικό ολοκληρωμένο σχέδιο ενέργειας και κλιματικής αλλαγής «2021-2030». Το σχέδιο θα ελεγχθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως προς την τήρηση των κοινοτικών στρατηγικών προτεραιοτήτων. Η εφαρμογή του σχεδίου θα παρακολουθείται συστηματικά και θα είναι κυλιόμενο ανά δεκαετία, ενσωματώνοντας αλλαγές που προκαλούνται από τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Για την εκπόνηση του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού και του δεκαετούς σχεδίου απαιτείται εντατική και ουσιαστική διαβούλευση αλλά και δημόσιος διάλογος, κάτι, όμως, που δεν φαίνεται στους ενδιαφερόμενους πολίτες να συμβαίνει.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση, μέσω των οργάνων της, έχει θέσει συλλογικούς, δεσμευτικούς, ποσοτικούς στόχους για τα έτη 2020 και 2030 για τον περιορισμό των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, το επίπεδο ενεργειακής απόδοσης και τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο μείγμα ενεργειακών πόρων που θα χρησιμοποιούνται. Για την επίτευξη των στόχων, που γίνονται αυστηρότεροι με το πέρασμα του χρόνου, έχει δημιουργήσει ευρύ πλέγμα νομοθετικών κειμένων, αλλά και στρατηγικών και πολιτικών, με μέτρα και έργα, αλλά χωρίς τη διασφάλιση της μεταξύ τους ιεράρχησης.

Προκειμένου να υπάρξει συμβολή στον δημόσιο διάλογο, στον διαθέσιμο χώρο του παρόντος άρθρου επιχειρείται να σκιαγραφηθούν κύρια ζητήματα αυτού του μετασχηματισμού. Από τη συσσωρευθείσα εμπειρία ανάλυσης και εφαρμογής ενεργειακών στρατηγικών και πολιτικών διαμορφώνεται προκαταρκτικά, καθώς πορευόμαστε προς τα μέσα του τρέχοντος αιώνος, ανεξάρτητα αν αναφερόμαστε σε μέτρα, έργα, πολιτικές ή στρατηγικές, η ακόλουθη πρωτεύουσα ιεράρχησή τους: α) Ενεργειακή απόδοση και διαχείριση της ενεργειακής ζήτησης, β) Ανανεώσιμη ενέργεια και αποκεντρωμένη/κατανεμημένη παραγωγή, γ) Καθαρότερα συμβατικά καύσιμα και βελτιώσεις υποδομών.

Σχετικά με την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πόρων διαμορφώνεται επίσης, προκαταρκτικά, η ακόλουθη δευτερεύουσα ιεράρχηση: β.1) Αμεση χρήση ανανεώσιμου πόρου σε μορφή ενέργειας που προσιδιάζει στην κάλυψη της ανάγκης (θερμική άνεση, οπτική άνεση, επικοινωνία, μετακίνηση, διεργασία παραγωγής κ.λπ.), ύστερα από βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, με αποφυγή ενδιάμεσων μετατροπών ενέργειας. Τεχνολογίες θερμικών ηλιακών, γεωθερμίας και βιομάζας (βιοενέργειας) παράγουν και χρησιμοποιούν την ανανεώσιμη ενέργεια υπό μορφή θερμότητας άμεσα. Για παράδειγμα, σε εφαρμογές θέρμανσης και κλιματισμού χώρων, όπως και θέρμανσης νερού, χωρίς τη μετατροπή της σε ηλεκτρισμό. Οταν για λόγους οικονομικούς ή άλλους η εφαρμογή των παραπάνω τεχνολογιών δεν είναι η κατάλληλη, χρησιμοποιείται ηλεκτρισμός παραγόμενος από ανανεώσιμο πόρο.

Τεχνολογίες άμεσης χρήσης βιομάζας παίζουν, επίσης, πρωταρχικό ρόλο στη βιομηχανία και στις μεταφορές. Ομοίως και στα κτίρια, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ως στερεά βιομάζα. Η βιομάζα είναι μεν ευρέως διαθέσιμος ανανεώσιμος πόρος, αλλά σχετικά περιορισμένος σε μέγεθος, αφού καλείται να καλύψει και άλλες, μη ενεργειακές, ανάγκες. Κατά συνέπεια, πρέπει να χρησιμοποιείται επιλεκτικά όταν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ορθολογικά η θερμική ηλιακή ενέργεια και η γεωθερμία, όπως και ο ηλεκτρισμός από τον ήλιο και τον άνεμο.

β.2) Αποδοτική χρήση του ηλεκτρισμού που παράγεται από ανανεώσιμο πόρο στους τομείς της παραγωγής-χρήσης θερμότητας, των μεταφορών και της βιομηχανίας. Η ενεργειακή ζήτηση που απομένει, παρά την εφαρμογή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και την άμεση χρήση του ανανεώσιμου πόρου, εξαιτίας οικονομικών ή άλλων λόγων, καλύπτεται από ηλεκτρισμό παραγόμενο από τον ήλιο και τον άνεμο, κατά κύριο λόγο σε τεχνολογίες που υποκαθιστούν συμβατικά καύσιμα για το ίδιο τελικό αποτέλεσμα με μικρές ποσότητες ηλεκτρισμού ή μετατρέπουν τον ηλεκτρισμό σε άλλους ενεργειακούς πόρους, όπως το υδρογόνο.

Η παραπάνω δευτερεύουσα ιεράρχηση, που αφορά σε ανανεώσιμους πόρους, εφαρμόζεται και στην περίπτωση των καθαρότερων συμβατικών καυσίμων, όταν είναι αναγκαία και αναπόφευκτη η χρήση τους. Αποφάσεις έργων που αφορούν στην έσχατη βαθμίδα της ιεράρχησης (π.χ. ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη ή εισαγόμενο φυσικό αέριο) εγκυμονούν αυξημένους κινδύνους, όχι μόνο δημιουργίας περιθωριοποιημένων παγίων, αλλά και υπέρμετρης αύξησης του κόστους μετασχηματισμού του ενεργειακού συστήματος στους υπόλοιπους τομείς.

Το ενεργειακό σύστημα επηρεάζεται αποτελεσματικά σε όλα τα στάδια της ενεργειακής αλυσίδας και σε όλους τους τομείς, τα επόμενα χρόνια, από την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας.

* Ο κ. Γιώργος Παπαρσένος είναι δρ ενεργειολόγος και υπήρξε επί σειράν ετών επικεφαλής ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ