ΘΕΑΤΡΟ

Ο περιζήτητος Βαρλικόφσκι και οι αδικαίωτες προσδοκίες, στην Πειραιώς 260

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Παρά τους καλούς ηθοποιούς που συμμετείχαν, το «We are leaving» δεν κατάφερε να προκαλέσει το ενδιαφέρον.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Πολυβραβευμένος, με τολμηρό βλέμμα σε οξέα ζητήματα της εποχής και ευδιάκριτη σκηνική γλώσσα, ο Κριστόφ Βαρλικόφσκι είναι περιζήτητος στα θέατρα της Ευρώπης και στα θεατρικά φεστιβάλ. Είναι χαρακτηριστικό ότι συμπαραγωγοί στην καινούργια παράστασή του, με τίτλο «We are leaving», είναι το Théâtre National de Chaillot, η Comédie de Clermont-Ferrand, το Φεστιβάλ Αθηνών, το Théâtre de Liège, το Bonlieu Scène Nationale και το φεστιβάλ Culturescapes της Ελβετίας, όπου και θα παρουσιαστεί το επόμενο διάστημα. Πράγματι, λίγες ημέρες μετά την πρεμιέρα του στο Nowy Teatr, στο θέατρο του σπουδαίου σκηνοθέτη στη Βαρσοβία, το «We are leaving» ήρθε στην Πειραιώς 260.

Δυστυχώς η προσδοκία μας, ότι αυτή μπορεί να είναι η κορυφαία στιγμή του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών, δεν δικαιώθηκε.

Ο Κριστόφ Βαρλικόφσκι συνδιαλέγεται σταθερά με την Ιστορία της χώρας του, που υπήρξε, ως γνωστόν, ιδιαιτέρως δύσκολη τον 19ο και τον 20ό αι. Η τραγική εμπλοκή της Πολωνίας στη ναζιστική «επιχείρηση εκκαθάρισης» των Εβραίων έριξε βαριά σκιά στη μεταπολεμική ζωή της – πόσο μάλλον που η πρόσδεσή της στο κομμουνιστικό μπλοκ δεν επέτρεψε την τακτοποίηση των παλιών λογαριασμών τη σωστή ώρα. Η φρίκη του Γκέτο της Βαρσοβίας και των στρατοπέδων συγκέντρωσης στην πολωνική επικράτεια και, βεβαίως, η οικειοποίηση της περιουσίας των Εβραίων που εξοντώθηκαν, εξακολουθούν να απασχολούν τους Πολωνούς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Από τα βιογραφικά σημειώματα του Βαρλικόφσκι δεν προκύπτει κάποιος προσωπικός λόγος που να εξηγεί την ευαισθησία του για το εβραϊκό ζήτημα. Ωστόσο, σχεδόν από τα πρώτα του βήματα, το 1997, σκηνοθέτησε τη «Δίκη» του Κάφκα και «Αμλετ» και στο Τελ Αβίβ. Το 2003 παρουσίασε το «Ντιμπούκ», βασισμένο στο ομότιτλο δράμα του Σάλομ Aνσκι, και σ’ ένα διήγημα της, Πολωνέζας με εβραϊκή καταγωγή, Χάνα Κραλ. Το 2005 σκηνοθέτησε το «Κρουμ» (1975) του Χανόχ Λεβίν (1943-1999), ίσως του σημαντικότερου συγγραφέα και σκηνοθέτη του Ισραήλ, του οποίου οι γονείς είχαν γεννηθεί στην Πολωνία. Η παράσταση, με εξαιρετικούς ηθοποιούς και σκηνοθεσία που αξιοποιούσε τη σημειολογική και αισθητική δυναμική του live video, γνώρισε παντού μεγάλη ανταπόκριση – και στην Αθήνα (Φεστιβάλ Αθηνών 2008). Και στην « (Α)πολλωνία» το ζήτημα της αυτοθυσίας συνδέεται με την τραγωδία των Εβραίων στην κατεχόμενη Πολωνία.

Oπως και να ’χει, 13 χρόνια μετά το «Κρουμ» ο Βαρλικόφσκι επιστρέφει στον Χανόχ Λεβίν, με το «We are leaving» («Φεύγουμε»), βασισμένο στο έργο «The Suitcase Packers» (1983). Εδώ παρακολουθούμε μέρος της διαδρομής πέντε οικογενειών που ζουν δίπλα η μία στην άλλη, στην ίδια πολυκατοικία ή στην ίδια γειτονιά. Ο υπότιτλος του έργου, «Κωμωδία με 8 κηδείες», δίνει ξεκάθαρο στίγμα: ο θάνατος, όσο αναμενόμενη ή απροσδόκητη κι αν είναι η εμφάνισή του, είναι πάντα παρών. Γι’ αυτό όλες οι ελπίδες και τα όνειρά μας, τα πάθη τα περασμένα και τα ερχόμενα, είναι συγκινητικές ή/και κωμικές στιγμές, χωρίς αντίκρισμα. Αυτό και μόνο, λέει ο Βαρλικόφσκι, θα έπρεπε να μας οδηγεί σε μια ουσιαστική συλλογικότητα και έγνοια του ενός για τον άλλον. Γίνεται στην πραγματική ζωή; Oχι. Αλλά το θέατρο γι’ αυτό υπάρχει: για να εκφράζει αυτό που επείγει να συμβεί, για να δώσει χώρο στις πιο βαθιές ανάγκες μας. Για να υπενθυμίζει τον σοφό «Εκκλησιαστή» (εκδ. Δώμα, 2017):

Μην πεις: / «Τι γίνανε οι μέρες οι παλιές;»
Τότε ήμουν καλύτερα» / Ανόητα θα μιλήσεις.
[…]
Τη μέρα του καλού, ζήσε το καλό
Τη μέρα του καημού, άνοιξε τα μάτια.
Eτσι τα έκανε ο Θεός / ο άνθρωπος να μην μπορεί
Να δει τι έχει εμπρός του.

Μια πρόσφατη αναφορά του Βαρλικόφσκι στην παράσταση «Ι shall never return» (1989) του Ταντέους Κάντορ (1915-1990) οδηγεί τη σκέψη μας σε πιο σύνθετα μονοπάτια που θα άξιζε να εξεταστούν περαιτέρω. Εμβληματική προσωπικότητα της μεταπολεμικής πολωνικής αβανγκάρντ σκηνής ο Κάντορ, αν και ρωμαιοκαθολικός, είχε επίσης πολύ ιδιαίτερη σχέση με την εβραϊκή κουλτούρα. Σ’ εκείνη την παράσταση, που έμελλε να είναι η τελευταία που ολοκλήρωσε, θέλησε να αναμετρηθεί με το παρελθόν, το δικό του και του θεάτρου του στην Κρακοβία (Cricot 2).

Φαίνεται πως ο Βαρλικόφσκι ένιωσε την ανάγκη της επιστροφής στα χρόνια πριν από τη δημιουργία του δικού του Νοwy Teatr. Το «We are leaving» αποτελεί ένα είδος πρωθύστερου στο «Κρουμ». Εδώ δεν είναι η επιστροφή, αλλά η επιθυμία της φυγής (από ασφυκτικές οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις ή από την εν γένει νοσηρή συνθήκη) που δίνει τον τόνο. Σαφώς και δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα στην Πολωνία είναι πολλοί, νέοι κυρίως, αυτοί που, απογοητευμένοι από την έκρηξη ακροδεξιών ιδεών και θρησκευτικής συντήρησης, θέλουν να φύγουν για άλλη χώρα. Ο Βαρλικόφσκι μοιάζει να τους λέει: «Φύγετε για να σωθείτε. Δεύτερη ζωή δεν έχει!».

Το σκηνικό των δύο παραστάσεων μοιάζει πολύ. Στο «We are leaving», βέβαια, δεν γίνεται χρήση του live video όπως στο «Κρουμ». Ομοιότητες υπάρχουν στην εν γένει διαχείριση του χώρου και του τρόπου που κινούνται εντός του τα δραματικά πρόσωπα – άνθρωποι απλοί και συνηθισμένοι στην απώλεια. Γι’ αυτό και ο θάνατος κάποιου εξ αυτών, συνολικά οκτώ ανθρώπων, μοιάζει ακόμη ένα επεισόδιο στην ασήμαντη ζωή τους. Δεν ξέρω αν φταίει το έργο –παραλλαγές πάνω στην κοινοτοπία του θανάτου– ή αν ο Βαρλικόφσκι ήταν κουρασμένος από τη σκηνοθεσία δύο παραστάσεων όπερας, που έκαναν πρεμιέρα τον περασμένο Μάρτιο στο Κόβεντ Γκάρντεν και την Οπερά Γκαρνιέ στο Παρίσι. Το «We are leaving», πάντως, παρά τους καλούς ηθοποιούς που συμμετείχαν, δεν κατάφερε να προκαλέσει το ενδιαφέρον μας παρά ελάχιστες στιγμές, σε μια εξαντλητική διάρκεια 3,5 ωρών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ