ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Στρεβλές αντιλήψεις για την εργατική νομοθεσία

ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ*

Μια άλλη στρεβλή αντίληψη αφορά στον σκοπό των συλλογικών συμβάσεων, τις οποίες το εργατικό δίκαιο αντιμετωπίζει αποκλειστικά και μόνο ως ένα πρόσθετο εργαλείο για την περαιτέρω ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, θηριώδη ανεργία και «μαύρη» αγορά εργασίας. Θεωρούμε ότι ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση αυτή πρέπει να αποδοθεί στην αρνητική επίδραση της εργατικής νομοθεσίας στην αγορά εργασίας και στην επιχειρηματικότητα. Και τούτο γιατί, για να μπορούν οι επιχειρήσεις να αναπτύσσονται ανεμπόδιστα και να χρησιμοποιούν επωφελώς την τεχνολογική πρόοδο, θα πρέπει να διαθέτουν οργανωτική και παραγωγική ευελιξία, η οποία με τη σειρά της απαιτεί επικαιροποιημένους και ευέλικτους κανόνες δικαίου. Αντίθετα, η προσκόλληση του νόμου σε ξεπερασμένες επιλογές και η ακαμψία των σχετικών διατάξεων εμποδίζει την προσαρμογή της απασχόλησης και των επιχειρήσεων στις αδιάκοπες αλλαγές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής που είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης των τεχνολογιών της πληροφορικής και της επικοινωνίας.

Μολονότι τα χρόνια της κρίσης έχουν γίνει κάποιες επί μέρους θετικές αλλαγές, η ελληνική εργατική νομοθεσία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονο γιγαντισμό, πολυπλοκότητα, ακαμψία και έντονο κρατικό παρεμβατισμό. Η κατάσταση αυτή, αφενός δεν επιτρέπει την προσαρμογή των όρων εργασίας στις συγκεκριμένες επιχειρησιακές και παραγωγικές ανάγκες και αφετέρου εμποδίζει την ανάπτυξη αναγκαίων συναινέσεων μεταξύ των μερών της εργασιακής σχέσης. Ετσι, τίθενται εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, χωρίς ωστόσο να απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι ουσιαστική προστασία, μολονότι οι υποστηρικτές της διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης προβάλλουν ως δικαιολογία την «προστατευτική λειτουργία» του εργατικού δικαίου. Η θεωρητική αυτή κατασκευή α) θεωρεί ότι στην έννοια της «προστασίας» εντάσσεται οποιαδήποτε διεκδίκηση των συνδικάτων, β) ισοπεδώνει τους εργαζόμενους από πλευράς πραγματικών αναγκών και γ) ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για όσους εργαζόμενους κατέχουν ήδη μία θέση εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό παραβλέπεται ότι η εργατική νομοθεσία θα πρέπει να θέτει ελάχιστους εργασιακούς όρους και να μην υποκαθιστά τη λειτουργία και τη δυναμική της συμβατικής ελευθερίας. Δεν είναι η εργατική νομοθεσία που θα δημιουργήσει τις συνθήκες για την ευημερία των εργαζομένων, αλλά η υψηλή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και η γενικότερη οικονομική πρόοδος της χώρας μας.

Αυταπατώνται ή εξαπατούν τους άλλους όσοι ισχυρίζονται ότι ο διαρκής επεκτατισμός και η διόγκωση της εργατικής νομοθεσίας μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για οικονομική ανάπτυξη και να δημιουργήσουν μαγικά το «ευ ζην» των εργαζομένων. Οι εργασιακές σχέσεις πρέπει να στηρίζονται σε μια ισορροπία μεταξύ κρατικής ρύθμισης και συμβατικής ελευθερίας. Αυτό σημαίνει ότι ο νόμος καθορίζει τα αναγκαία κατώτατα προστατευτικά όρια και η περαιτέρω εξέλιξη, προσαρμογή και εμπλουτισμός των όρων και συνθηκών εργασίας πρέπει να καταλείπεται στα συμβαλλόμενα στην εργασιακή σχέση μέρη. Δηλαδή, οι νομοθετικές ρυθμίσεις οφείλουν να αφήνουν διέξοδο ώστε να είναι δυνατή η προσαρμογή των όρων εργασίας στις ιδιαιτερότητες των επιχειρήσεων και στις ανάγκες των μερών.

Πέραν αυτών, η υποτιθέμενη αυτή ψευδο-προστατευτική αντίληψη, διαστρεβλώνοντας την έννοια κάποιων συνταγματικών διατάξεων, εφευρίσκει ένα υποτιθέμενο «δικαίωμα στη θέση εργασίας», με βάση το οποίο οι επί μέρους ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου θα πρέπει να στοχεύουν στην αδιάκοπη βελτίωση των όρων εργασίας και την αδιασάλευτη διατήρηση όσων ήδη απασχολούνται, αδιαφορώντας πλήρως για τις μάζες των άνεργων εργαζομένων που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας. Το ιδεολόγημα περί «δικαιώματος στη θέση εργασίας», που σημαίνει ότι άπαξ και προσλήφθηκε κάποιος αποκτά ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη θέση εργασίας του, δεν λαμβάνει υπόψη ότι η γενεσιουργός αιτία της ίδρυσης κάθε θέσης μισθωτής εργασίας αλλά και κάθε πρόσληψης εργαζομένου εγκατοικούν στο «διευθυντικό δικαίωμα» του εργοδότη, το οποίο, με τη σειρά του, αποτελεί έκφραση της «επιχειρηματικής ελευθερίας» και ότι οι επιχειρηματικές ανάγκες που επηρέασαν την εργοδοτική απόφαση για την ίδρυση μιας θέσης μισθωτής εργασίας θα πρέπει να αποτελούν βάσιμη αιτία και για την κατάργηση της εν λόγω θέσης. Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα της λύσης της σύμβασης εργασίας αποτελεί μια από τις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας, που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ακαμψία, δημιουργεί σοβαρές «σκληρύνσεις» στη διαχείριση του εργατικού δυναμικού, προκαλεί αφόρητα κόστη στις επιχειρήσεις και, εν τέλει, παράγει άφθονη ανεργία.

Μια άλλη στρεβλή αντίληψη αφορά στον σκοπό των συλλογικών συμβάσεων, τις οποίες το εργατικό δίκαιο τις αντιμετωπίζει αποκλειστικά και μόνο ως ένα πρόσθετο εργαλείο για την περαιτέρω ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων. Δεν θα αντιταχθούμε στην εν λόγω λειτουργία των συλλογικών συμβάσεων, αλλά δεν είναι δυνατόν το δίκαιο να αδιαφορεί για μια άλλη πολύτιμης σημασίας διάσταση που μπορεί να έχει η συλλογική διαπραγμάτευση. Αναφερόμαστε στην εν δυνάμει «προσαρμοστική λειτουργία» της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία, εκτός από εργαλείο βελτίωσης των όρων εργασίας, πρέπει να συνεισφέρει στην αποτελεσματική λειτουργία των επιχειρήσεων, προσαρμόζοντας τους νομοθετημένους όρους εργασίας στις συγκεκριμένες παραγωγικές, οικονομικές και οργανωτικές ανάγκες του κάθε επιχειρηματικού κλάδου και, κυρίως, της κάθε επιχείρησης. Με άλλα λόγια, η αξία της συλλογικής σύμβασης εργασίας δεν βρίσκεται μόνο στη δυνατότητα να βελτιώνει τους γενικούς όρους εργασίας που γενικά και αφηρημένα καθιερώνει ο κρατικός νομοθέτης, αλλά στην πρόσθετη σημαντική δυνατότητά της να ρυθμίζει επί του συγκεκριμένου. Δηλαδή να ρυθμίζει για συγκεκριμένους εργαζόμενους και ιδίως για συγκεκριμένο «χρόνο» και για συγκεκριμένο επιχειρηματικό και εργασιακό «χώρο». Αυτή ακριβώς είναι η σπουδαιότητά της και γι’ αυτό θεσπίζεται πρωτίστως από το Σύνταγμα.

Επίσης, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή η αντίληψη που αντιμετωπίζει τη λειτουργία του «γενικού κατώτατου μισθού» ως εργαλείου αναδιανομής εισοδήματος μεταξύ επιχειρήσεων και του ανειδίκευτου προσωπικού τους, μια αντίληψη που την περίοδο αυτή είναι ενταγμένη στην προεκλογική φαρέτρα της κυβερνητικής υποσχεσιολογίας. Προφανώς, δεν κατανοούν ή δεν ενδιαφέρονται να κατανοήσουν ότι αυτό που φαίνεται ως «αναδιανομή» εισοδήματος μεταξύ εργοδοτών και ανειδίκευτων εργαζομένων είναι κατ’ ουσίαν αναδιανομή εισοδήματος μεταξύ ειδικευμένων και ανειδίκευτων εργαζομένων, αφού το κόστος της αύξησης του γενικού κατώτατου μισθού των ανειδίκευτων θα μετακυλιστεί εκ των πραγμάτων σε όσους ειδικευμένους εργαζόμενους αμείβονται με συμφωνημένους μισθούς, οι οποίοι θα δουν τις αποδοχές τους να καθηλώνονται ή και να μειώνονται. Επίσης, δεν αντιλαμβάνονται ότι η υπερτιμολόγηση της χαμηλής ειδίκευσης εργασίας οδηγεί ακόμα πιο γρήγορα τις επιχειρήσεις προς την αυτοματοποίηση του παρεχόμενου έργου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη θέση εργασίας των ανειδίκευτων μισθωτών. Είναι εύλογο ότι μισθωτός που δεν παράγει την αξία της αμοιβής του δύσκολα προσλαμβάνεται ή αργά ή γρηγορότερα θα απολυθεί.

Τέλος, στο πλαίσιο της αποσπασματικής αυτής αναφοράς μας σε κάποιες παθογένειες του ισχύοντος εργατικού δικαίου, δεν μπορούμε να μην εντάξουμε το πρόβλημα της νομοθετικής υπόθαλψης μιας στρεβλής και αναχρονιστικής συνδικαλιστικής παρουσίας και δράσης. Δυστυχώς, το δίκαιο επί πολλές δεκαετίες έχει υποστηρίξει έναν συνδικαλισμό με σοβαρό έλλειμμα εκπροσώπησης, με άκρατο ριζοσπαστισμό και έλλειψη συναινετικής κουλτούρας, οικονομικά ανέλεγκτο και με απερίγραπτο συντεχνιασμό και κομματισμό. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στρατιές συνδικαλιστών με σχεδόν ανύπαρκτη ουσιαστική προσφορά προς τους εργαζομένους, των οποίων τα ιδιοτελή συμφέροντα (προστασία από απόλυση, δικαίωμα απουσίας από την εργασία κ.ο.κ.) καμία σχέση δεν έχουν με τα συμφέροντα της πλειονότητας των μοχθούντων εργαζομένων ή των εξοβελισμένων από την αγορά εργασίας μισθωτών.

* Ο κ. Ιωάννης Ληξουριώτης είναι ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου Παντείου Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ