ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Επιταχύνοντας την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΑΛΚΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Η οριστικοποίηση του πλαισίου της μεταπρογραμματικής εποπτείας της ελληνικής οικονομίας προδιαγράφει σε μεγάλο βαθμό τις δεσμεύσεις και τους περιορισμούς της οικονομικής πολιτικής στα επόμενα χρόνια. Η υποχρέωση επίτευξης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σε ετήσια βάση (3,5% μέχρι και το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ μεσοσταθμικά μέχρι το 2060), πέρα από κάθε οικονομική λογική και ιστορικό προηγούμενο, στερεί την οικονομία από τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο και υποσκάπτει την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται, η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, διατηρήσιμων επί πολλά συνεχόμενα έτη, αποτελεί μονόδρομο. Μόνο η ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας θα επουλώσει τις κοινωνικές πληγές που προκάλεσε η κρίση, θα αποκλιμακώσει το υψηλό δημόσιο χρέος και θα ενισχύσει τη σύγκλιση με τις ευημερούσες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Ομως, παρά τα βήματα προόδου που έγιναν στην προηγούμενη οκταετία, οι αναπτυξιακές επιδόσεις της οικονομίας συνεχίζουν επίμονα να μην ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των πολιτών και στις εκτιμήσεις των αναλυτών. Η οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη στην παγίδα της χαμηλής ανάπτυξης. Η εγχώρια κατανάλωση παραμένει στάσιμη, η αύξηση της απασχόλησης είναι περιορισμένη, το επενδυτικό κενό παραμένει μεγάλο και η (επίσης περιορισμένη) αύξηση των εξαγωγών δεν επαρκεί ώστε να πυροδοτήσει τη ζητούμενη αναπτυξιακή δυναμική.

Τυπικά, η ελληνική οικονομία παραμένει ακόμη σε κρίση, καθώς το ΑΕΠ του 2017 αντιστοιχούσε μόλις στο 56% του ΑΕΠ του 2008. Αντίθετα, χώρες όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία έχουν ήδη κατορθώσει να ανακτήσουν το προϊόν ευημερίας που απώλεσαν στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας είναι αναμφίβολα αποκαρδιωτική και υστερεί συγκριτικά με τις επιδόσεις χωρών που γνώρισαν βαθιά ύφεση. Πράγματι, οι Ηνωμένες Πολιτείες στην περίοδο της Μεγάλης Υφεσης (1929-1936) και η Αργεντινή (1998-2008) γνώρισαν ταχύτερη και περισσότερο δυναμική ανάκαμψη από τη χώρα μας.

Περισσότερο ανησυχητική είναι όμως η διαγραφόμενη προοπτική της οικονομίας καθώς, σύμφωνα με την πρόσφατη ανάλυση βιωσιμότητας χρέους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας υπολογίζεται να αυξηθεί μετά το 2022 με ρυθμούς μόλις 1%. Πρόκειται για ένα απόλυτα αρνητικό σενάριο, που θα δημιουργήσει μία ακόμη χαμένη γενιά Ελλήνων και θα εγκλωβίσει τη χώρα στο περιθώριο της Ευρώπης.

Ωστόσο, η τύχη της ελληνικής οικονομίας δεν είναι αναπόδραστη. Στη διεθνή εμπειρία καταγράφονται πλήθος περιπτώσεων χωρών που πέτυχαν εντυπωσιακές αναπτυξιακές επιδόσεις. Ειδικότερα, αξιοσημείωτες «επιταχύνσεις» απαντώνται μεσοπρόθεσμα στο 55% των 110 οικονομιών που μελετήθηκαν την περίοδο 1957-1992 (R. Hausmann, L.Pritchett, and D. Rodrik, «Growth Accelerations», NBER, Working Paper no. 10566, 2004). Η αύξηση του όγκου των εμπορικών συναλλαγών, οι επενδύσεις και η προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους κύριους προωθητικούς παράγοντες της ανάπτυξης μιας οικονομίας. Σε μεγάλο βαθμό, όμως, η αναπτυξιακή δυναμική μίας εθνικής οικονομίας είναι ιδιοσυγκρασιακή και ευμετάβλητη, εξαρτάται δηλαδή από την αλληλεπίδραση ιδιαίτερων και συγκυριακών πολιτικών και οικονομικών μεταβλητών. Παράγοντες όπως το θεσμικό περιβάλλον, η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και η επάρκεια της πολιτικής ηγεσίας, επιδρούν καθοριστικά στην πορεία της οικονομίας. Κάπως έτσι ερμηνεύεται η χαμηλή απόδοση των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής στη χώρα μας.

Ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς, γράφοντας σε μία δύσκολη περίοδο της χώρας, κατόρθωσε να δει πέρα από τον στενό ορίζοντα της ανασφάλειας και των ισχνών προσδοκιών: «Κανείς δεν περιμένει κάτι καλό από την Ελλάδα. Καμιά ελπίδα δεν χαράζει πουθενά. Η στιγμή αυτή είναι βέβαια μια θαυμάσια στιγμή» (Ελεύθερο Πνεύμα, 1929). Αντίθετα, με τη διάχυτη απογοήτευση των ημερών μας, η σημερινή συγκυρία επίσης μοιάζει με θαυμάσια στιγμή για μία φυγή προς τα εμπρός και για το ξεκίνημα ενός νέου ενάρετου οικονομικού κύκλου.

Εγκαταλείποντας την επιδίωξη της ρύθμισης του δημόσιου χρέους, το πολιτικό σύστημα πρέπει να θέσει ως πρωταρχικό στόχο του την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Για τον σκοπό αυτό, απαιτούνται η κατάρτιση και ο ενστερνισμός ενός αναπτυξιακού σχεδίου που θα κινητοποιήσει κοινωνικές δυνάμεις και θα συσσωρεύσει πόρους στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης των κύριων εμποδίων της αναπτυξιακής διαδικασίας: την έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης της οικονομίας, την υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση που αποθαρρύνει τις επενδύσεις και περιορίζει την κατανάλωση, καθώς και την αναγκαιότητα μίας σειράς μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων στις αγορές προϊόντων. Και βέβαια επ’ ουδενί δεν πρέπει να επαναλάβουμε τα τραγικά (πολιτικά) σφάλματα του πρόσφατου παρελθόντος.

* Ο κ. Δημήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ